Σελίδες

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Αλέξης Ασλάνογλου...η θανάσιμη μοναξιά...


Αντί...Βιογραφικού
Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996) ήταν γόνος αστικής οικογένειας από
τη Θεσσαλονίκη, στην ιδιοκτησία της οποίας υπήρχε μια κλωστοϋφαντουργία. 
Ο νεαρός ποιητής απέτυχε ή απέφυγε, ωστόσο, να ενταχθεί στο αναμενόμενο 
μοντέλο της επαγγελματικής διαδοχής αδυνατώντας να συμφιλιωθεί με τη φύση 
της συγκεκριμένης εργασίας. 
Αναπόφευκτα, τον θάνατο του πατέρα ακολούθησε μία παρατεταμένη παρακμή. 
Πάντως νωρίτερα, ο ποιητής είχε εμφανιστεί στα γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία 
με τη μονόπρακτη ενότητα «Θάλασσα και συγχρονισμός» (1951), στην οποία 
διαφαίνεται μια πρώιμη και έντονη οδύνη:

«Ακόμα μια νύχτα σπαταλημένη. Ακόμα μια 
/ νύχτα / κάτω από τους ίδιους αστερισμούς. Περιμένουμε 
/ χωρίς να περιμένουμε, / ελπίζουμε χωρίς να ελπίζουμε». 

Συνολικά, από τη δεκαετία του '50 είχε πολλές ιστορίες να διηγηθεί: 
ταξίδια, παραθερισμοί, βόλτες με τζιπ, στρατιωτική θητεία. 
Αλλά και λίγο αργότερα όταν λάτρεψε τη Γαλλία, όπου σε σχετικά μεγάλη ηλικία 
βρέθηκε για σπουδές φιλολογίας, ξοδεύοντας τα κατάλοιπα της οικογενειακής 
περιουσίας. 
Αυτή η σχεδόν μυθική εποχή για εκείνον, είχε πια παρέλθει ως μία ακόμα ανάμνηση.

Η ασυνήθιστη οικονομική δυσχέρεια στην οποία περιέπεσε, σε συνδυασμό με την 

ερωτική ιδιοτυπία του σε εποχές απόλυτης κατακραυγής της ομοφυλοφιλίας, δημιούργησαν συνθήκες απροσπέλαστης απελπισίας σ' έναν άνθρωπο ιδιαίτερα ευαίσθητο κι αξιοπρεπή. 
Ως εκ τούτου, το θέαμα της διαπόμπευσής του από κοινωνικά αποβράσματα στο 
ζαχαροπλαστείο «Αχίλλειον» της Θεσσαλονίκης ή οι βρισιές που άγνωστοι έγραφαν στις 
σκάλες της πολυκατοικίας που διέμενε, αποτελούν εν μέρει μια εξήγηση για την πληγωμένη εσωστρέφεια και την πνιγηρή απομόνωση του ποιητή. 
«Μέσα σ' αυτή τη διαπάλη μεταξύ του εξωτερικού κόσμου και του εσωτερικού», εξηγεί ο ίδιος, «γεννιέται μια σύγκρουση, ένα δράμα, που εξωτερικεύεται με μια στιχουργική προσωπική, 
μέσα σε μια θεματολογία που υπαγορεύεται από την ίδια την ψυχοσύνθεση του ποιητή, 
από τον ιδιαίτερο ψυχισμό του». 
Η ερημία, λοιπόν, έμελλε να γίνει σταδιακά η μόνιμη συνθήκη του έργου του, η κυριαρχική παρουσία μιας μοναξιάς που αποδίδεται με πηγαίο λυρισμό: 
«παγώνεις με την άνοιξη, 
το φως της σε ταλαιπωρεί 
/ κι η πόλη σου είναι ξένη».
Το έργο του..
Οι επτά ποιητικές ενότητες («Αισθηματική ηλικία», «Δύσκολος θάνατος», 
«Ο θάνατος του Μύρωνα», «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι», «Νοσοκομείο εκστρατείας», 
«Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης» και «Αργό πετρέλαιο») οι οποίες απαρτίζουν 
την οριστική έκδοση 122 ποιημάτων του με τίτλο «Ο δύσκολος θάνατος», 
αποτελούν αποσπάσματα μιας εξομολόγησης που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε 
με κύριο σκηνικό τη γενέθλια πόλη˙ μόνο που ο χώρος δράσης μεταμορφωνόταν 
σε συναισθηματικό τοπίο, με τον ποιητή να πρωτοπορεί στην εισαγωγή μοντέρνων 
στοιχείων που συνυπήρχαν επιδέξια με μια μεσοπολεμική σκηνοθεσία. 
Στην ποίηση του Ασλάνογλου η καθημερινότητα αποτυπώνεται μέσα από 
χαμηλωμένα φώτα, φωνές που σβήνουν, μια ομίχλη φωτεινή, βροχή και δάκρυα, 
μουσική και ψιθυρίσματα αλλά και μεγάφωνα ανοιχτά, αυτοκίνητα, φώτα ηλεκτρικά, σφαιριστήρια, γήπεδα, παραθαλάσσια καφενεία, θέρετρα, παγωμένα γιαπιά, λάσπες, νεόχτιστα, θρύψαλα, χειρουργεία, λειτουργίες ερωτικές και τέφρα, ασφάλτους 
που πύρωσε η ημέρα και ένα επίμονο ψιχάλισμα, εργατουπόλεις 
και σκοτεινά τοπία, μηχανές και εργοστάσια, φώτα του γκαζιού και σκονισμένες 
θάλασσες, πράσινες ακρογιαλιές και ερειπωμένους σταθμούς, κτίρια γυμνά και 
ελπιδοφόρα σήματα, γνώριμα κλειστά τοπία και ένα ζεστό συννεφιασμένο πρωινό...

Η διάθεση αυτής της εξομολόγησης επιτείνεται στις «Ωδές στον Πρίγκηπα» (1981), 

μια συλλογή με 16 ολιγόστιχα ποιήματα, όπου ο τόνος γινόταν αμεσότερος, 
οι ανισότητες της ζωής και ο παραλογισμός των καταστάσεων έχουν πια επιβληθεί 
στη συνείδηση του ποιητή που εν προκειμένω έβλεπε ότι τίποτε δεν αλλάζει. 
Οι σχέσεις διαλύθηκαν, η παιδικότητα χάθηκε για πάντα και ό,τι απέμεινε ήταν ένας νηφάλιος απολογισμός της απώλειας: 

«Σαν το μικρό παιδί που μεγαλώνει 
/ άξαφνα. Χάνει προνόμια και σκληρά παιχνίδια. 
Αφήνεται 
/ σε δισκοθήκες και σε μπαρ. Πεθαίνοντας 
/ πάνω σε φύλλα φθινοπωρινά τρέφεται αλόγιστα 
/ με παραισθησιογόνα».
Καλλιτεχνικές καταβολές
Ως προς τις καλλιτεχνικές καταβολές του, είναι φανερή η έντονη επίδραση 
του συμβολισμού αλλά και η υιοθέτηση μιας αντίληψης της ποιητικής τέχνης 
απόλυτα εργαστηριακής. 
Δεν αποτυπώνεται ένα γεγονός απευθείας, ούτε καταγράφεται η άμεση εντύπωση 
που του προκαλείται. 
Αντιθέτως, αφήνει να «κρυώσει» και να σχηματοποιηθεί σε μια στερεοποιημένη 
ανάμνηση. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει τις υπέρμετρες συναισθηματικές εξάρσεις 
και τον εύκολο μελοδραματισμό ενώ προσεγγίζει το βίωμα μέσα από μια πιο 
ψύχραιμη αντιμετώπιση.
Σαφώς οφείλει στον συμβολισμό την επιδίωξη να απορρέει η μουσική από τον 
στιχουργημένο λόγο, χρησιμοποιώντας κάθε δυνατότητα ηχητικών και αρμονικών συνδυασμών που έχουν οι λέξεις ως φωνές, ήχοι και τελικά ως υλικό αποτελούμενο 
από μελωδίες και ρυθμούς: 

«Θέλω να γράψω ποιήματα ηλιόλουστα 
/ επάνω στα ακρογιάλια των χεριών σου». 

Παράλληλα, προσπάθησε επίμονα να αποστειρώσει τις λέξεις από το 
καθημερινό τους νόημα εντάσσοντάς τες σε στιχουργικές μουσικών συνδυασμών 
που δημιουργούν αισθητική σαγήνη: 

«Ερείπιο απ' τα ναρκωτικά του ήλιου έρχεσαι 
/ ν' αποτελειώσεις την παλιά συνομιλία 
/ να με ξεπλύνεις απ' την περασμένη άνοιξη 
/ κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά 
/ όσο παλιώνω». 

Ταυτόχρονα, αυτή η μουσική της γλώσσας αποτελεί το περιτύλιγμα μιας ποίησης σε 
καθαρή μορφή, μιας ποιητικής έκφρασης προς την αναζήτηση της ουσίας της με 
στίχους σαν κρύσταλλα πολυεδρικά: 

«Οι χαραμάδες στην ασήμαντη ζωή μου 
/ είναι λυγμός καλοκαιριού στα πρόθυρα χειμώνα».

Συνολικά, κάθε σύμβολο προϋποθέτει δύο όρους: κατ' αρχάς μια εικόνα, μια μορφή 

συγκεκριμένη, ένα σχήμα, κι ακόμη ένα νόημα, μια κατάσταση, ένα συναίσθημα, 
μια «άλλη πραγματικότητα» που κρύβεται πίσω από το σύμβολο και που υποβάλλεται 
μέσα από αυτό. 
Το σύνολο, λοιπόν, του ποιητικού έργου του καλύπτει εξ ολοκλήρου την 
προσωπική του περιπέτεια εστιάζοντας κατ' επανάληψη στη δική του διαφορετικότητα, 
στο αποκρυπτόμενο αντικείμενο του ερωτικού πάθους του. 
Πρόκειται για κρυπτικό λόγο, έμμεση εξομολόγηση, όπου η μνήμη λειτουργεί ως συμπυκνωτής των εσωτερικών ζυμώσεων που ξεκινάει από την ερωτική εμπειρία επιδιώκοντας να αποκρυπτογραφήσει την απουσία μιας ειλικρινούς επαφής, αλλά 
και να κρυσταλλώσει την πικρή αίσθηση της μοναξιάς και της στέρησης. 
«Η ουσία του ποιητικού μου λόγου», έλεγε σε συνέντευξή του, «προσδιορίζεται 
ακριβώς από την απροθυμία μιας θεματογραφικής ανάπτυξης του ποιήματος. 
Δηλαδή μιας ανάπτυξης αφηγηματικής, περιγραφικής. 
Με μια προσωπική τεχνική κατά την εκφορά του λόγου, πυκνώνω κατά τρόπο 
αφαιρετικό, ένα πολύ προσωπικό ψυχισμό».
Μια τέτοια γραφή προκύπτει τόσο από την ερωτική ιδιαιτερότητά του όσο και 
από τη φυσική ατολμία και συστολή που τον διέκρινε, προτιμώντας το μισοσκόταδο, 
τη θολή ατμόσφαιρα, τους χαμηλούς τόνους, το θαμπό φως, τις λυπημένες Κυριακές, 
την απογευματινή ομίχλη: 

«Κοιτούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή συγκατάθεση, τα δικά μου. 
Μες στο σακίδιο ήταν όλος 
/ ο κόσμος του - πουλόβερ, βιβλία, γράμματα... 
/ Επρεπε να 'ρχονταν τα πράγματα αλλιώς, μα το θελήσαμε τάχα 
/ Αχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα. 
/ Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε. Θεέ μου, 
/ τόση ερημιά 
/ Εβρεχε στην επιστροφή και ο αυτοκινητόδρομος γέμισε 
/ φωτεινά σήματα, πικρά ολομόναχα φώτα». 

Ποιητής με εύθραυστο και μοναδικής λεπτότητας ψυχισμό, συλλαβίζει μέσα του καταπιεσμένες τρυφερές προθέσεις, ματαιωμένες φιλίες, ναυαγισμένες σχέσεις, 
ένα σύμφυρμα συγκινήσεων και καταπνιγμένων δακρύων, ενώ τον κατατρέχει 
αδιάλειπτα η μυθοποιημένη ομορφιά μιας εφηβείας που παρήλθε οριστικά και 
η συναίσθηση ενός χρόνου που καταστρέφει και δεν σέβεται τίποτα: 

«Μα έτσι είναι πάντα. Το πάρτι ματαιώθηκε 
/ σαν την παρέα μας που το Σεπτέμβρη θα 
/ διαλύσει 
/ όπως τόσες και τόσες παρέες το καλοκαίρι. Να 
/ έμενε τουλάχιστον κάτι».

Με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι προσπαθεί μάταια να λησμονήσει 

τη μοναξιά του, παρατηρώντας μια εποχή γεμάτη θέλγητρα να απομακρύνεται και αισθάνεται ότι γύρω του ανασαίνει μια ζωή που η υπερβολική γνωριμία μαζί της 
του προκαλεί ασφυξία και κατάθλιψη: 

«Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη 
/ επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ». 

Ολα αυτά αποτελούν για εκείνον αόριστη προειδοποίηση για μελλοντικές ματαιώσεις 
και απογοητεύσεις, ώσπου κάποια στιγμή προσλαμβάνει το μυστικό νόημα, 
το ανεξήγητο που έκρυβαν όλες οι νύχτες που τον έγδαραν, όλες οι μέρες που 
τον έφθειραν μέχρι το τέλος: 

«Οσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα 
/ στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας 
/ με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω 
/ στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη 
/ για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα 
/ μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα 
/ μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω 
/ ξένος και κουρελιάρης τώρα».

Τελικά, η ποίηση του Ασλάνογλου χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή αντινομία 

-συνταιριάζει στοιχεία εκ διαμέτρου αντιθετικά: τον έντονο λυρισμό με το δραματικό περιεχόμενο, τις μυστικές μουσικές σχέσεις των λέξεων με το απεγνωσμένο 
ξεγύμνωμα της ψυχής, τις στιχουργικές σαγηνευτικών μουσικών συνδυασμών με 
το τρομακτικό κενό της ερωτικής απόρριψης ή εγκατάλειψης: 

«Ψυχή μου τι λυπάσαι αυτόν που πέρασε 
/ πανέμορφος χλευάζοντας τη συμπεριφορά σου / ανένδοτος στα παρακάλια των πολλών 
/ Τι συμπονείς αυτόν που μόνο θέρισε 
/ παίρνοντας δύναμη απ' το χαμό των άλλων / ανώνυμος μέσα στο πλήθος θα χαθεί». 

Από τα ποιήματά του διαχέεται μια συστάδα ετερόκλητων και συχνά αντιφατικών 
συναισθηματικών αποχρώσεων, η οποία δεν προκύπτει από τη θεματική αλλά 
από την ίδια την ποιητική του: η λυρική του υπόσταση συμπαρασύρει τον αναγνώστη 
σε μια διάχυτη μουσική ρευστότητα, ενώ τον «παγώνουν» οι αλγεινές 
εξομολογήσεις του καθώς οι λυρικές αποκρυσταλλώσεις τους κάθε άλλο παρά 
τις υπαινίσσονται: 

«Τότε τα είδα λουσμένα με άλλο φως 
/ ματόκλαδα ανοιχτά βαλσαμωμένα 
/ σαν τα νεκρά πουλιά, 
τα είδα/ μες σε γλυκό βυθό, σε αράγιστο καθρέφτη αποθεμένα 
/ να με κοιτούν αμίλητα σα μάτια 
/ σφαγμένου ζώου που ακόμα θυμάται. 
/ Και κατάπια / τα θρύμματα απ' τα τζάμια κι έσφιξα 
/ πάνω μου σύρματα γυμνά, ηλεκτροφόρα». 
Στην ουσία, αυτό ακριβώς το εκρηκτικό συνταίριασμα της σκορπισμένης ελπίδας με 
τη μουσική, του λυρικού με το δραματικό, είναι που καθιστά την ποίησή του εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σημαντική.

Υστερόγραφο: Δύσκολος θάνατος σημαίνει δύσκολη ζωή που καταντάει θάνατος, 

θάνατος σε αλλεπάλληλες δόσεις, πολλοί μικροί θάνατοι που προετοιμάζουν 
το οριστικό τέλος˙όπως εκείνο που βρήκε τον ποιητή μόνο του, τον Αύγουστο 
του 1996 στους Αγίους Αναργύρους, σ' ένα δώμα στο οποίο κατοικούσε 
τα τελευταία χρόνια. 
Ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου έφυγε όπως έζησε, μες την απομόνωση και τη μοναξιά. 
Τον βρήκαν νεκρό στο κρεβάτι του, σε κατάσταση αποσύνθεσης: ο θάνατός του ήταν 
-δίχως άλλο- υπόθεση του ενός.
*από τόν Γιώργο Βαϊλάκη


Η ποίηση δε μας αλλάζει

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει
Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη
Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη
**και περισσότερα ποιήματα εδώ : http://www.e-poema.eu/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου