Σελίδες

Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Ανάγκες-επιθυμίες-καταναλωτισμός...

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο
Εκείνο που προτάσσει το κεφάλαιο ως σχέση παραγωγής είναι η μεγιστοποίηση της κερδοφορίας. Άρα, εκείνο που εκ των πραγμάτων ιεραρχείται ως πρωτεύον
στην κεφαλαιοκρατία δεν είναι οι πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, της κοινωνίας, αλλά η όποια πολλαπλά διαμεσολαβημένη, παραμορφωμένη και μεταλλαγμένη έκφρασή τους στην αγορά που λειτουργεί ως ενεργή φερέγγυα ζήτηση. Αυτό σημαίνει ότι εάν κάτι αφορά το κεφάλαιο από τις ανάγκες των ανθρώπων, είναι εκείνα τα κίνητρα, εκείνος ο ψυχολογικός μηχανισμός που τους καθιστά λειτουργικά και αποτελεσματικά μισθωτούς εργαζόμενους και φορείς αυτής της φερέγγυας ζήτησης, δηλαδή, καταναλωτές. 
Εδώ έγκειται η υποκατάσταση της ανάγκης από την επιθυμία κατ’ αρχήν σε πρακτικό αγοραίο επίπεδο. Υποκατάσταση που εκφράζει την ειδική ουσιώδη σχέση της κεφαλαιοκρατίας προς τις ανάγκες των ανθρώπων και της ανθρωπότητας. 
Η «θεωρητικοποίηση» αυτής της υποκατάστασης από τα ιδεολογικά συστατικά στοιχεία της άρχουσας τάξης στην αγοραία πολιτική οικονομία (βλ. «θεωρία της οριακής χρησιμότητας») και ευρύτερα στην αγοραία φιλοσοφία και κοινωνική «επιστήμη» (βλ. το μεταδομισμό και το «μεταμοντέρνο») έρχεται να παγιώσει 
και ιδεολογικά αυτή την ιδιοτυπία των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, υπονομεύοντας την αναγκαιότητα και την ίδια τη δυνατότητα ορθολογικής-επιστημονικής διάγνωσης των εκάστοτε πραγματικών αναγκών, αλλά και την 
ίδια τη δυνατότητα πρακτικής ορθολογικής ιεράρχησης των πραγματικών αναγκών του ανθρώπου. 
Η υποκατάσταση των αναγκών από τις επιθυμίες, η αντίστοιχη ψυχολογικοποίηση και υποκειμενικοποίηση των αναγκών, κάνει το άτομο να λειτουργεί ως φορέας ατέρμονων, ανερμάτιστων και –κυρίως- ανεκπλήρωτων επιθυμιών, ένα πλήρη συμπλεγμάτων (λόγω αλλεπάλληλων ματαιώσεων) βουλιμικό ρέκτη-καταναλωτή, για τον οποίο η κατανάλωση συνιστά υπαρξιακή λειτουργία. 
Ο Κρίστοφερ Λας (Lash) έχει αναδείξει ανάγλυφα την ιστορική κλιμάκωση των προτύπων επί κεφαλαιοκρατίας, με το πλέγμα φαινομένων που αποκαλεί «κουλτούρα του ναρκισσισμού». Φαινομένων που διαλαμβάνουν όλες τις πτυχές του ανθρώπου και μεταστρέφουν τον ψυχισμό του, στο βαθμό που η δημόσια και ιδιωτική ζωή του υπάγεται στους μηχανισμούς των πολυεθνικών εταιρειών και του γραφειοκρατικού κράτους τους (βλ.Λας, 2002). 
Οι μηχανισμοί αυτοί παρεισφρέουν ορμητικά και πατερναλιστικά σε κάθε
 πτυχή του συνειδητού και ασυνείδητου βίου του ανθρώπου, στην αυτογνωσία και στην αυτοαίσθησή του, στα πρότυπα και στις συμπεριφορές του, στην εκπαίδευση-παιδεία, στην δομή και τις λειτουργίες της οικογένειας, στις διαπροσωπικές σχέσεις και στις σχέσεις των φύλων. 
Ο άνθρωπος που υπάγεται σε αυτές τις σχέσεις και εμφορείται από τις στάσεις και τα ιδεολογήματα των παραπάνω μηχανισμών, στερείται άγουσας και νοηματοδοτούσας δραστηριότητας, στερείται ουσιωδών σχέσεων, δεσμών και αλληλεπιδράσεων, δέσμιος της ιδιοτέλειας, της ηδονοθηρίας, της επίφασης και του εφήμερου, στερείται νοήματος και προοπτικής (γι’ αυτό φοβάται το γήρας και το θάνατο), αδυνατεί να ιεραρχήσει και να συγκροτήσει τις ανάγκες και τους σκοπούς του, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του… 
Κατ’ αυτό τον τρόπο ουσιαστικά υπονομεύεται η ίδια η κοινωνικότητα, επέρχεται μια «σταθερή απίσχναση των δεξιοτήτων της κοινωνικότητας. 
Σε θέματα διαπροσωπικών σχέσεων, οι ξεμαθημένοι δρώντες βρίσκονται όλο και συχνότερα σε ρόλο «διεκπεραιωτή» - συμπεριφερόμενοι ετερόνομα, σύμφωνα με φανερές ή υπόγειες εντολές, και καθοδηγούμενοι πρωτίστως από την πρόθεση να ακολουθήσουν κατά γράμμα τις οδηγίες και από το φόβο να παρεκκλίνουν από τα μοντέλα της μόδας. 
Ρευστή αγάπη
Η σαγήνη του ετερόνομου πράττειν συνίσταται προπάντων σε μια παράδοση 
της ευθύνης: μια εγκεκριμένη συνταγή αγοράζεται πακέτο με την απαλλαγή 
από την υποχρέωση να λογοδοτήσει κάποιος για τα αντίθετα αποτελέσματα 
της εφαρμογής της» (Μπάουμαν, Ρευστή αγάπη. 2006, 138). 
Η εμπέδωση της ιδιοτέλειας μέσω του καταναλωτισμού υπάγει τις σχέσεις 
μεταξύ των ανθρώπων σε εργαλειακές. 
Ο άνθρωπος τείνει να συμπεριφέρεται στους συνανθρώπους του «σαν να 
ήταν αντικείμενα κατανάλωσης και να τους κρίνει, κατά το πρότυπο άλλων καταναλωτικών αντικειμένων, από το μέγεθος της απόλαυσης που ενδέχεται 
να του προσφέρουν και υπό την προοπτική «να πιάσουν τόπο τα λεφτά του». Στην καλύτερη περίπτωση. 
Οι άλλοι αξιολογούνται ως σύντροφοι στη βαθιά μοναχική δραστηριότητα 
της κατανάλωσης συνδαιτυμόνες στις ηδονές της κατανάλωσης, των οποίων 
η παρουσία και η ενεργός συμμετοχή μπορεί και να αυξήσει αυτές τις ηδονές. Στην πορεία, η εγγενής αξία των άλλων ως μοναδικών ανθρώπινων όντων
(και έτσι επίσης, η ενασχόληση με τους άλλους χάριν αυτών των ίδιων και 
της μοναδικότητας τους) χάνεται σχεδόν απ’ τον ορίζοντα. 
Η ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι το πρώτο θύμα της επέλασης της 
καταναλωτικής αγοράς» (ό.π., 139).
Δημήτρης Πατέλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου