Σελίδες

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Είναι σωστό βρομιά ή βρωμιά?



----> Στο σχολικό βιβλίο του δημοτικού είναι με όμικρον
-----------------
Η βρομιά είναι σωστά γραμμένη, αν και πολύ συχνά συναντάται ως βρωμιά.

*Προέρχεται από το αρχαίο βρέμω που σημαίνει κάνω θόρυβο και είναι....

 ομόρριζο του βροντή.
Ο λόγος που βλέπουμε τη λέξη συχνά γραμμένη με ω είναι, σύμφωνα με
τον κ. Μπαμπινιώτη, η παρετυμολογική σύγχυσή της με το βρώμα
«φάγωμα ή βρώση» λόγω της εκκλησιαστικής φράσης :
«σκωλήκων βρώμα και δυσωδία».

~~~~ και η πολύ εξειδικευμένη απάντηση ~~~~
 i) μορφολογικό : η λ. βρόμα, βρώμα < βιβρώσκω σκωλήκων βρώμα και δυσωδία »
της Καινής Διαθήκης. Ωστόσο, με βάση τους κανόνες παραγωγής και συνθέσεως των λέξεων,
μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν είναι δυνατόν να έχει παραχθεί το βρομώ από το ουδ. βρώμα
(< βιβρώσκω ) της εκκλησιαστικής αυτής φράσης για τον εξής λόγο:
κατά τον Χατζιδάκι (1977: 259), τα ονόματα σε -μα δεν δίνουν παράγωγα ρήματα σε -έω,
όπως το βρομώ,αλλά σε -ίζω, όπως π.χ. τα βηματίζω βήμα ), θρυμματίζω (< θρύμμα ),
τερματίζω (< τέρμα χρωματίζω (< χρώμα ) κ.ά.· επίσης, μπορούν να δώσουν
ρηματικούς τύπους σε -αίνω (π.χ. ασθμαίνω <άσθμα ), σε -άζω ( θαυμάζω < θαύμα ),
σε -εύω ( γνωματεύω < γνώμα), σε -όω ( σωματόω < σώμα )
και σε -σσω αιμάσσω < αίμα ) (Χατζιδάκις 1977: 555- 559).
Επομένως, εφόσον ο ρηματικός τύπος έχει τη μορφή βρομέω, -ώ, δεν παράγεται
από το ουδ. βρώμα.

ii) σημασιολογικό : το ρήμα βρομώ βρόμος «κρότος», που ήδη σε προχριστιανικούς
χρόνους δήλωσε και τη δυσάρεστη οσμή που προκαλούν μερικοί κρότοι.
Η εξέλιξη της σημασίας του συγκεκριμένου ρήματος («θορυβώ» → «μυρίζω άσχημα»)
εξηγείται από το ότι γενικά (ΛΝΕΓ, λ. βρομώ ) «ορισμένοι χαρακτηριστικοί κρότοι
ακολουθούνται από δυσοσμία».
Γενικότερα, το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο ένα ρήμα δηλώνει και μια δεύτερη σημασία,
που συνδέεται συνειρμικά με τη βασική, μαρτυρούν μεταξύ άλλων οι εξής ρηματικοί τύποι:
το ομηρ. πίπτειν, που χρησιμοποιήθηκε «επί των εν μάχη πιπτόντων, φονευομένων»,
το αρχ. ψοφείν «κροτώ, αποθνήσκω» καιτο συνώνυμό του ομηρ. δουπείν (ΛΟ, λ. δουπέω),
το γαλλ. claquer «κροτώ- πεθαίνω» (ΛΝΕΓ, λ. ψοφώ, βλ. και ROB, λ. claquer),
καθώς και το αρχ. ομιλώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου