Σελίδες

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Πώς γράφουμε αλίμονο;



*από τον κ.Σαράντο Καργάκο


Μια έκφραση που τη λέμε όταν έχει συμβεί ανεπανόρθωτο ή έστω 

μεγάλο κακό, ή όταν προβλέπουμε πως θα συμβεί, είναι η «γράψε αλίμονο».
Ας πούμε, στη Νυχτερίδα του Τσίρκα, λέει ένας ήρωας 
«Εύχομαι να βγει κακός προφήτης, γιατί έτσι και τον δικαιώσουν 
τα πράγματα, γράψε αλίμονο!». 
Εδώ το «γράψε» είναι σαν να επιβεβαιώνει το κακό που ήρθε ή θα έρθει. 
Πώς όμως γράφουμε «αλίμονο»; 
Η ερώτηση δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται.


Οι αλλαγές της ορθογραφίας, κακά τα ψέματα, πάντα προκαλούν έντονες 
αντιδράσεις, επειδή έχουμε εξοικειωθεί με την οπτική εικόνα μιας λέξης και 
επειδή, όπως φαίνεται, αν δεν μας το τονίσουν, σπάνια συνειδητοποιούμε 
ότι ορισμένες λέξεις γράφονται με δύο ή περισσότερους τρόπους, 
εκτός βέβαια αν είμαστε επαγγελματίες γραφιάδες οπότε ξέρουμε ποιες 
λέξεις διττογραφούνται. 
Όταν λοιπόν συνειδητοποιήσουμε απότομα (επειδή, ας πούμε, το βλέπουμε 
σε πρωτοσέλιδο ή επειδή μας το διορθώνουν) ότι υπάρχουν εναλλακτικές 
γραφές, τότε αισθανόμαστε άσχημα, και εύλογα πιστεύουμε ότι αυτή η άλλη 
γραφή είναι λανθασμένη.
Το αλίμονο, ας πούμε, ο φίλος μου το είχε συνηθίσει «αλλοίμονο» και είναι 
αλήθεια ότι γραφόταν και έτσι, και ακόμα πολλοί έτσι το γράφουν. 
Η γραφή «αλλοίμονο» προϋποθέτει ότι η λέξη ετυμολογείται από 
το «αλλ’ οίμοι» (το οίμοι ήταν επιφώνημα θλίψης στα αρχαία, παρόμοιο 
με το αλίμονο), όμως οι περισσότεροι μελετητές, παρόλο που αναγνωρίζουν 
κενά στην ετυμολογία της λέξης, δέχονται την πρόταση του Ν. Πολίτη 
(από το 1898) ότι το αλίμονο παράγεται από το αλί, το οποίο αλί είναι 
μετεξέλιξη του ηλί, από την ευαγγελική φράση «ηλί, ηλί λαμά σαβαχθανί» 
του Χριστού. 
Χωρίς καμιά διαφάνεια, το ηλί ηλί (που σημαίνει στα εβραϊκά «Θεέ μου») 
θεωρήθηκε έκφραση απόγνωσης, και από έναν ενδιάμεσο τύπο αηλί 
φτάσαμε στο αλί. 
Μέχρι εκεί συμφωνούν όλοι. 
Πώς τώρα φτάσαμε από το αλί στο αλίμονο; 
Εδώ δεν υπάρχει ομοφωνία. 

Ο Φιλήντας πρότεινε από το «αλί σε μένα > αλίμενα > αλίμονο». 
Το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη προτείνει φράσεις όπως 
«αλί μόνον του τάδε», που το βρίσκω πιθανότερο. 
Το ΛΚΝ πάλι προτείνει εντελώς άλλη προέλευση, από την αρχαία φράση 
«αλλ’ ει μόνον» (αλλά εάν μόνο), ενώ τον 19ο αιώνα κάποιος είχε 
προτείνει το αρχαίο ‘αλήμων’ = περιπλανώμενος. 
Αν εξαρτήσουμε την ορθογραφία από την ετυμολογία, έχουμε τύπους: 
αλίμονο, αλλοίμονο, αλλείμονο, αλήμονο, ενώ παλιά γράφανε και 
«αλλήμονο» αλλά δεν ξέρω πώς το δικαιολογούσαν. 
Όσοι πάντως σήμερα γράφουν «*αλοίμονο» ή «*αλλίμονο» δεν έχουν 
κάποιαν ετυμολογική εξήγηση, απλώς μπερδεύονται ανάμεσα στο 
«αλίμονο» και στο «αλλοίμονο». 
Πάντως, τα περισσότερα και εγκυρότερα λεξικά, ήδη από το 1933 
*(Λεξικό της Πρωίας) έχουν υιοθετήσει τη γραφή «αλίμονο» 
(έτσι και ο Δημητράκος, ο Μπαμπινιώτης, το ΛΚΝ κτλ.)
Άλλοι παθαίνουν σοκ όταν δουν «αβγό» (παρόλο που αυτό δεν το 
δέχεται ούτε η σχολική ορθογραφία), ενώ πολλοί δεν έχουν χωνέψει 
την ορθογραφική απλοποίηση των δάνειων λέξεων (με εμβληματικό 
παράδειγμα δυσανεξίας το «τρένο») παρόλο που μετράει 35 χρόνια 
που έχει γίνει αποδεκτό στη σχολική ορθογραφία. 
Φυσικά, τα νέα παιδιά, που πήγαν σχολείο μετά το 1976 
(εδώ που τα λέμε, οι παλιότεροι από αυτούς τους νέους σαραντάρισαν) 
διδάσκονται «τρένο» και δεν καταλαβαίνουν προς τι το μίσος και 
ο αλληλοσπαραγμός, όπως κι εμείς θα απορούσαμε αν κάποιος μας έλεγε 
ότι είναι έγκλημα και φθορά της γλώσσας να γράφουμε «ξέρω», 
αφού έτσι το διδαχτήκαμε. 
Όμως πριν από 80-90 χρόνια ο μεγάλος καβγάς της εποχής ήταν αν 
θα γράφουμε «ξέρω» ή «ξαίρω», ο δε Παλαμάς είχε δηλώσει αυστηρά: 
«Δεν ξαίρω καμιά λέξη ξέρω με έψιλον».
Γιατί, κακά τα ψέματα, η ορθογραφία αλλάζει συνεχώς, έστω και 
με αργούς ρυθμούς. Όπως έχω ξαναγράψει, όποιος φυλλομετράει παλιά 
έντυπα θα έχει προσέξει ότι παλιότερα έγραφαν: είνε, ταξείδι, φείδι, 
μεγαλείτερος, ώμμορφη, εληά, παληός, μαζύ, συνειθίζω, καλλίτερος, 
αυταίς η γυναίκαις κτλ. 
Αυτές οι γραφές σήμερα μας φαίνονται αδιανόητες, όπως αδιανόητο θα 
φαίνεται αύριο και το αλλοίμονο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο καθένας που έχει 
συνηθίσει μια παλιότερη γραφή πρέπει ντε και καλά να την αλλάξει, 
εξόν κι αν είναι επαγγελματίας γραφιάς, αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να 
χαλάει την καρδιά του, ούτε κι είναι εύκολο να μάθει καινούργια 
περπατησιά το γέρικο άλογο.
alimono1961Οπότε, ύστερα απ’ όλα αυτά, καταλήγουμε πως γράφουμε 
«αλίμονο», και αριστερά βλέπετε το ζενερίκ της γνωστής ταινίας Αλίμονο 
στους νέους του 1961, ένα ακόμα πειστήριο ότι δεν πρόκειται 
για καινοφανή ορθογραφία.
Πέρα όμως από την έκφραση «γράψε αλίμονο», έχουμε κι άλλη μια έκφραση 
με την ίδια λέξη, την «ουαί κι αλίμονο», που επίσης λέγεται σχετλιαστικά για 
μια πολύ άσχημη κατάσταση ή και σαν απειλή (ουαί κι αλίμονό σου). 
Εδώ το «ουαί» είναι αρχαία σχετλιαστική λέξη που την ξέρουμε από 
το Ευαγγέλιο (ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί) και την ιστορία 
(ουαί τοις ηττημένοις), ενώ το αλίμονο χρησιμοποιείται κατά παράταξη 
σαν ερμήνευμα, για έξαρση και δείνωση της σημασίας του (αυτά τα ζευγάρια 
οιονεί συνωνύμων δεν είναι ασυνήθιστα στη γλώσσα: στάχτη και μπούρμπερη, 
φωτιά και λαύρα, φόβος και τρόμος, ανάγκη και κόψιμο, κτλ.)
Σαν απειλή ή σαν σχετλιαστική λέξη στέκει και μόνο του το «αλίμονο» 
συνοδευόμενο από αντωνυμία ή ουσιαστικό. Αλίμονό σου έτσι και σπάσεις 
το ποτήρι’ αλίμονο στα νιάτα’ αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα 
στις δούλεψές μας, ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται. 
Κάποιος που ήξερα, όταν ήθελε να τονίσει την απειλή, έλεγε 
«αλί και μόνο σου». Άλλοτε, εκφράζει απλώς κάτι το αδιανόητο. 
«Αλίμονο αν περίμενα βοήθεια από τρίτους» (η φράση από το ΛΚΝ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου