Σελίδες

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

...η ζωή μας ... προωθείται !




























... μεσημέρι έξω. 
Η φύση είχε κατεβάσει για τα καλά τις ασφάλειες.  
Σαν κάτι στον ουρανό να προμήνυε πως η γη σταμάτησε να αιωρείται. 
Το πρόδιδαν οι γλάροι που συνέχιζαν να κινούνται μεσίστια. 
Θαρρείς, για αυτό τα έφτιαξε τα πλάσματα αυτά ο Θεός. 
Για να κρατάνε μια αυστηρή ισορροπία μεταξύ ουρανού και γης. 
Στα παγκάκια, ένας παππούς μιλούσε σε δυο οκάδες περιστέρια που χλωμά και με τα φτερά τους κατεβασμένα, περίμεναν τα ψίχουλα από τα χέρια του. 
Ροζιασμένα τα δάχτυλά του, μαρτυρούσαν τις ουγκιές από τις αχτίδες ήλιου και χρόνων που έγδαραν το δέρμα του... 
Η φύση γύρω σιγούσε. 
Λες και απουσίαζε η ελπίδα για το αύριο. 
Τα δέντρα είχαν ανοίξει τις σάρκες τους να αφήσουν τα ξωτικά, 
τις νύμφες και τις Αμαδρυάδες της μυθολογίας, να σεργιανούν στην πόλη... 
Σήκωσα τους ώμους, σχεδόν σαν να μου μιλούσα.  
«Κι εσένα, τι σε νοιάζει που πάει ο κόσμος ? 
Κόσμος είναι και πάει. 
Κόσμος είναι κι έρχεται»

 Ήρεμος που έδωσα κάποιες πρόχειρες εξηγήσεις, 
έχοντας μετρήσει ως το δέκα από μέσα μου, 
σιωπηλά, 
έπαιξα για μια ακόμη φορά κρυφτό με τον εαυτό μου...
Κι έπειτα, σαν να κάτι να ανέμενα, 
με χαρά και λαχτάρα μικρού παιδιού που εναγωνίως κοιτά από το παράθυρο μήπως φανεί η έκπληξη στο χέρι του πατέρα του, 
στάθηκα αμίλητος και βουβός πάνω από την γυαλιστερή οθόνη του κινητού μου. 
Η ψευδαίσθηση της αφής, 
ξεγελά τη νοημοσύνη πάντως. 
Νομίζεις πως αγγίζεις ότι απεικονίζεται στην οθόνη, 
μα τελικά μόνο η ίδια η αίσθηση της αφής λείπει απ' το παιχνίδι...  

Ξεχάσαμε να αγκαλιάζουμε, 
ξεμάθαμε να μιλάμε, 
να φιλάμε, 
να χαϊδεύουμε... 
Κι όταν τα δάχτυλα σφίγγουν σε γροθιά, 
τότε οι κοινωνίες χάνουν το νόημά τους. 

 

Σιωπηλά, 
εισβάλλει το χτικιό της σύγκρουσης στους δρόμους κι εξαπλώνεται σαν πλανόδια μπάντα. 
Και παρασύρεσαι. 
Οι μέρες είναι δύσκολες. 
Κι όσο περνάει η υπομονή από την τρύπα της βελόνας, 
τόσο πιο σφιχτά δένεται η κλωστή στο στόμα 
κι όλοι μαθαίνουμε να μιμούμαστε ένα πλάνο, 
που μοιάζει με ζωή αλλά της λείπουν τελικά τα χρώματα.
Σκόνταψα κάπου σε ένα σπασμένο πεζοδρόμιο. 
Κοίταξα γύρω μου σχεδόν σαν φοβισμένος μη με εντόπισε το βλέμμα κάποιου τριγύρω και έγινα αιτία σχολίων. 
...Φοβόμαστε να ακούσουμε.  
«Εκτίθεσαι», ακούς να λένε.  
Και έτσι κουμπώνεσαι όλο και πιο πολύ, 
σηκώνεις γιακάδες, τραβάς φερμουάρ, υψώνεις τείχη, φράχτες, 
φοράς γυαλιά σκοτεινά με κάτι χαρισμένο από τη νύχτα 
για να μην σ' αναγνωρίζουν... 

Και τελικά, 
γίνεσαι σκιά του εαυτού σου. 
Απομονώνεσαι, κλειδώνεσαι, 
βάζεις και συναγερμούς και το κλειδί στην πόρτα... 
... και δεν μπορείς να μπεις ούτε εσύ ο ίδιος να σε αντικρύσεις. 




Και αγοράζεις μοναξιά, να ξεπουλάς την συνήθεια της μονάδας... 
Εσύ κι ο εαυτός σου! Η ώρα περνούσε και οι σκέψεις με εγκλώβιζαν. 
Είπα να δώσω λίγο αέρα στον φωταγωγό των σκέψεων και ξαναπήρα στα χέρια μου το κινητό μου. 
Είχα ανάγκη να μιλήσω κάπου. 
Φόρεσα όλο μου το θάρρος, καλούπωσα τις λέξεις σε προτάσεις, 
πέρασα λαδομπογιά την καρδιά μου που είχε από καιρό σκουριάσει με τον αέρα που θέριζε στα λιμάνια της σκέψης....
... τα δάχτυλά μου, αργά  σχημάτισαν τον αριθμό...  
Ένα «αχ» βαθυστόχαστο και φλύαρο, από την ψυχή ξεπετάχτηκε σαν φυγαδευμένο πουλί σε σκοτεινά δάση. 
Η καρδιά, σχεδόν σαν ανεξάρτητο αυτόνομο ζώο, πετάρισε στην ιδέα της φωνής στην άλλη γραμμή του ακουστικού.
Κάποτε φτιάχναμε ομοιώματα τηλεφώνου με δύο ποτήρια χάρτινα ή πλαστικά. 
Τρυπούσαμε με ένα στυλό τον πάτο των ποτηριών και περνούσαμε 
μέσα από την τρύπα ένα κορδόνι, ενώνοντας τις άκρες του χειροποίητου τηλεφώνου μας. 
Τότε, άξιζε... τώρα κοστίζει! 

Τώρα πια, 
οι εποχές μεταμορφώθηκαν και τα τηλέφωνα δεν έχουνε καλώδια, 
σαν κάτι να τα κρατάει μετέωρα στο παράλληλο σύμπαν, 
σαν μια δύναμη να τα κρατάει στον αέρα και τίποτε να μην ενώνει τις άκρες τους με τον άνθρωπο... 
λες και τα κινητά, τα «έξυπνα τηλέφωνα», οι ασύρματες συνδέσεις συσκευών, 
προωθούν την ίδια την ζωή να μένει αδέσμευτη και ασύνδετη... 
... χάσαμε τις ρίζες μας και ξεχάσαμε από που φυτρώσαμε... 
ακόμη και η ίδια η φράση «ασύρματη σύνδεση»
δεν μπορεί να στηρίξει τον ίδιο της τον εαυτό σε μια κατανόηση πως γίνεται τελικά κάτι που δεν συνδέεται με σύρμα, 
να συνδέει δύο ή και περισσότερους ανθρώπους! 

... κάποτε ένα κορδόνι, ένα σκοινί, μια κορδέλα, μια κλωστή, 
τράνταζε την φωνή μας από το ένα μικρόφωνο στο άλλο ακουστικό και τανάπαλιν...  
... μα πλέον, η ζωή μας, ακροβατεί σε ένα τεντωμένο ιδεατό σκοινί 
που παρ' όλα αυτά όλους μας ενώνει !
Στο παρόν μου, επιστρέφοντας,
ανέμενα να ακούσω την πολυπόθητη φωνή στην άλλη άκρη του ακουστικού, 
ο ήχος όμως της κατειλημμένης γραμμής, έπεφτε σαν νευρική βροχή στο ηχείο, 
προκαλώντας σπασμούς στην υπομονή μου, 
γύρω κόσμος περιφέρονταν, μιλώντας σε διάφορους τόνους στο κινητό του, 
πιο πέρα μια παρέα νέων... αυτοθαυμάζονταν ανταλλάσσοντας τις εικόνες που έδειχνε 
ο ένας στον άλλον, 
μιλούσαν, γελούσαν, φώναζαν και συνέχιζαν να προβάλλουν φωτογραφίες, 
κατορθώματα, σκηνές που πέρασαν από το καλοκαίρι, 
στιγμές που μοιράστηκαν σε κοινωνικές ηλεκτρονικές γειτονιές με φίλους και αγνώστους... 
σε ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα, 
ένας παππούς μιλούσε στο τηλέφωνο με την εγγόνα του και παραδίπλα του, 
μια γιαγιά, δασκάλευε την κόρη της πως να επιτύχει την καλύτερη 
και γευστικότερη παραδοσιακή πίτα του χωριού... 

Όλοι τους εξοικειωμένοι με το νέο αυτό εργαλείο, 
όλοι τους χαρούμενοι που μιλούσαν με την άλλη άκρη της γραμμής... 
στο ακουστικό μου όμως, 
ακόμη δεν είχε εμφανιστεί ο συνομιλητής μου 
κι ο ήχος, με την συνεχόμενη και επαναλαμβανόμενη εκνευριστική μελωδία 
του τόνου κατειλημμένης γραμμής, 
έκανε πλέον παρέα στις κόρνες και το άγχος της πόλης... 

Θλιμμένος που δεν μπόρεσα να πιάσω την άλλη γραμμή, 
έκανα μια κίνηση να λήξω τελικά την συνομιλία, 
μια και έξω... 
και τότε είδα στην οθόνη του κινητού μου, 
εκείνο που πάντα φοβόμουν...  

... τα μεγάλα νούμερα στην οθόνη, 
...σχημάτιζαν τον αριθμό μου!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου