Σελίδες

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: Ονομασία - Ιστορία - Συνθέτης - Δομή



Ο λαός της Πόλης, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του,
την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε 
στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. 
Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε 
λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας 
τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Φορητή εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνιώτισσας
που μετέφερανοι Σταυροφόροι της Βενετίας
το 1204.


Ονομασία
Ο ύμνος αυτός ονομάζεται «Ακάθιστος» από την όρθια στάση, που τηρούσαν 
οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας της. 
Οι πιστοί έψαλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι 
εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο 
και την ακολουθία της εορτής του Ευαγγελισμού, 
(Βλ. Ευαγγελισμός της Θεοτόκου ΕΔΩ) με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ιστορία
Το έτος 626, και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγείτο εκστρατείας του βυζαντινού 
στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως 
από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν 
κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. 
Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν 
για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης 
με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. 
Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, 
δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση 
των αμυνόμενων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, 
οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή 
της ιστορίας της. 
Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε 
σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας 
των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλε 
τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας 
τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. 
Άρα, μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν 
στο συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. 
Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε 
το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει») 
με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», 
το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο στον ως τότε διηγηματικό 
και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα όμως με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται 
και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και την σωτηρία 
της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου 
του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). 
Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), 
(Βλ. Αναστήλωση των Εικόνων και Εικονομαχικές έριδες ΕΔΩ) 
δε θεωρείται απίθανο η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, 
με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητος ποιο 
ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.
Η Θεοτόκος του Ακαθίστου - Ρωσική εικόνα
του 18ου αιώνα.
Εικονίζεται η Θεοτόκος ένθρονος, με τον νεαρό Ιησού 
από πάνω της. Περιστοιχίζεται από προφήτες, οι οποίοι κρατούν 
ειλητάρια με τις προφητείες τους για την Ενσάρκωση. 
Στην αυθεντική εικόνα, περιφερειακά εικονίζονται περιστατικά 
της ζωής της Θεοτόκου


Συνθέτης
Ενώ είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ύμνος ψαλλόταν ως ευχαριστήρια ωδή προς 
την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, εντούτοις το πρόβλημα της σύνθεσης 
του Κοντακίου του Ακάθιστου Ύμνου παραμένει μέχρι και σήμερα 
ένα από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα φιλολογικά προβλήματα, καθώς 
οι μελετητές όχι μόνο δεν έχουν ακόμη καταλήξει στο ποιος, πότε και γιατί συνέθεσε 
τον ύμνο αυτό, αλλά οι γνώμες τους εμφανίζουν και μεγάλες αποκλίσεις.

Το ποιος και το πότε βεβαίως είναι αλληλένδετα, αλλά σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση 
ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα 
του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, 
ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις 
της Γ' Οικουμενικής Συνόδου, (Βλ. Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ΕΔΩ) 
επομένως η χρονολογία σύγκλησής της, το 431, αποτελεί μία σταθερά 
(terminus post quem), καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν συνετέθη νωρίτερα. 
Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται 
ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και 
των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού 
(527-565), (Βλ. Ιουστινιανός ΕΔΩ) πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι 
ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει 
την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626.

Η παράδοση όμως αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο 
του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές 
(P. F. Krypiakiewicz, F. Doelger, H.-G. Beck, E. Wellesz, P. Maas, Σ. Ευστρατιάδης), 
οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα 
και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στο Ρωμανό. 
Ένας άλλος ερευνητής, ο J. Grosdidier de Matons, θεωρεί ότι ένα κοντάκιο 
του Ρωμανού ακολουθεί τη μουσική και το μέτρο του α' οίκου του Ακαθίστου 
Ύμνου («Ἄγγελος πρωτοστάτης...»), πράγμα που κατ'αυτόν σημαίνει ότι 
ο Ρωμανός τουλάχιστον γνώριζε (αν δεν συνέγραψε ο ίδιος) τον Ύμνο. 
Τέλος, σε κώδικα του 13ου αιώνα υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, 
του 16ου αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Πλην όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές που βρίσκουν 
στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά μεταρωμανικά στοιχεία. 
Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, 
(Βλ. Κοίμηση της Θεοτόκου ΕΔΩ) και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε 
στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς 
του Στουδίου. Έτσι, πλησίασε την γιορτή του Ευαγγελισμού. 
Είναι δε ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς 
με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728, 
που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626, 
στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει 
τον Τίμιο Σταυρό.

Εξάλλου, υπάρχουν άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού 
του Ακάθιστου Ύμνου, οι οποίες έχουν κάποιες σοβαρές ενδείξεις. 
*Η μία εκδοχή, η οποία υποστηρίζεται μεταξύ άλλων και από τον καθηγητή 
Βυζαντινής Φιλολογίας Ν. Β. Τωμαδάκη και τον O. Bardenhewer, 
αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715-730), 
ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης 
από την πολιορκία της Πόλης από τους Άραβες το 718, επί Αυτοκράτορος Λέοντος 
του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, 
η οποία έγινε γύρω στο 800 από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, 
τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου (Incipit Hymnus de Sancta Dei 
Genetrice Maria, Victoriferus atque Salutatorius, a Sancto Germano 
Patriarcha Constantinopolitano).

Η άλλη εκδοχή, που υποστηρίζεται μεταξύ άλλων από τον Θ. Δετοράκη, βασίζεται 
σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο 
του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, 
όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει 
«Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» 
(αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). 
Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». 
Πρόκειται για τον Κοσμά το μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα 
του 718, καθώς απεβίωσε το 752 ή 754.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις, θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο 
(K. Krumbacher, W. Christ, M. Paranikas, C. Del Grande και Αι. Χριστοφιλοπούλου), 
τον σύγχρονο με την πολιορκία Γεώργιο Πισίδη (J. M. Quercius), τον ιερό Φώτιο 
(Βλ. ι. Φώτιος ΕΔΩ) (Α. Παπαδόπουλος-Κεραμέας), 
τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, κ.λ.π.

Βέβαιο είναι πάντως ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι 
έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού, (Βλ. Ιωάννης Δαμασκηνός ΕΔΩ) 
ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου.

"Θεοτόκος Δεομένη"Ρωσική εικόνα 
του 13ου αιώνα,με πρωτότυπο την περίφημη 
εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών,

Δομή
Ο Ακάθιστος Ύμνος αποτελείται από 24 «οίκους» (στροφές), οι οποίοι είναι δύο ειδών. 
Οι περιττοί (Α-Γ-Ε...), που είναι εκτενέστεροι, αποτελούνται από δεκαοκτώ στίχους. 
Οι πέντε πρώτοι περιλαμβάνουν τη διήγηση, οι δώδεκα επόμενοι αποτελούν 
τους χαιρετισμούς, οι οποίοι απευθύνονται προς την Θεοτόκο και ο δέκατος όγδοος 
είναι το εφύμνιο «χαίρε νύμφη Ανύμφευτε». 
Οι άρτιοι (Β-Δ-Ζ...), που είναι συντομότεροι, αποτελούνται μόνο από πέντε στίχους 
διήγησης και το εφύμνιο «Αλληλούια». 
Από τους άρτιους οίκους, οι περισσότεροι αναφέρονται στο Χριστό 
(Θ-Κ-Μ-Ξ-Π-Σ-Υ-Χ), και μερικοί στη Θεοτόκο (Β-Δ-Ζ-Ω).
__________________________

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ορθόδοξος χριστιανικός ύμνος 
ο οποίος ψάλλεται από τους χριστιανούς πιστούς σε όρθια στάση. 
Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ένας ύμνος («Κοντάκιο») 
της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται 
στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
(Βλ. Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή ΕΔΩ) τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, 
και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο 
και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, 
από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. 
Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και 
εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. 
Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται 
από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). 
Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, 
πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες 
του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου