Σελίδες

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

...ζητώντας ένα αυτόγραφο που δεν θα δει...*Βισλάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska)

Antony Gormley: Blind Light, 2007. Southbank Centre (London). {Loved this exhibition!}:

H ευγένεια των τυφλών

Ο ποιητής διαβάζει ποιήματα στους τυφλούς.
Ποτέ δεν πίστευε ότι θα ήταν τόσο δύσκολο.
Του τρέμει η φωνή.
Του τρέμουν τα χέρια.

Αισθάνεται πως κάθε πρόταση
τοποθετήθηκε εδώ για να δοκιμαστεί στο σκοτάδι.
Πρέπει να βοηθήσει μόνη τον εαυτό της,
δίχως φώτα και χρώματα.

Μια ριψοκίνδυνη περιπέτεια
για τα αστέρια των στίχων της,
και την αυγήτο ουράνιο τόξοτα σύννεφατο νέοντο φεγγάρι,
για το ψάρι ακόμα τόσο ασημένιο κάτω από την επιφάνεια του νερού,
και για το γεράκιτόσο απόμακρο κι αθόρυβο στον ουρανό.

Διαβάζει - επειδή είναι πλέον αργά για να σταματήσει -
για το αγόρι με το κίτρινο σακάκι σε ένα καταπράσινο λιβάδι,
για τις κόκκινες στέγεςπου μπορείς να μετρήσειςστην κοιλάδα,
για τους κινούμενους αριθμούς στις φανέλες των παικτών
και για την γυμνή άγνωστη πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα.

Θα ήθελε να σιωπήσει - αν και είναι αδύνατο-
για όλους αυτούς τους αγίους στην οροφή του καθεδρικού,
για κείνη τη χειρονομία του αποχαιρετισμού στο παράθυρο του τρένου,
για το φακό του μικροσκόπιου και τη λάμψη του φωτός στο δαχτυλίδι
και για τις οθόνες και τους καθρέφτες και τα άλμπουμ με τα πορτραίτα.

Όμωςείναι μεγάλη η ευγένεια των τυφλών,
μεγάλη η κατανόηση και η γενναιοδωρία τους.
Ακούνχαμογελούν και χειροκροτούν...

Ένας από αυτούςπλησιάζει
με το βιβλίο ανοιγμένο ανάποδα
ζητώντας ένα αυτόγραφο που δεν θα δει...

Η Βισλάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska) γεννήθηκε το 1923 
στο Κούρνικ της Πολωνίας (περιοχή της επαρχίας Πόζναν) κι από εκεί 
μετακινήθηκε στα οκτώ της χρόνια στην Κρακοβία, τόπο της μόνιμης 
διαμονής της έκτοτε. 
Σπούδασε φιλολογία και κοινωνιολογία στο φημισμένο πανεπιστήμιο της 
πόλης και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ποίηση το 1945. 
Μέχρι το 1996, που της απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ στην ποίηση, 
είχε εκδώσει μόλις εννέα ποιητικές συλλογές και τέσσερα βιβλία με δοκίμια, 
ενώ μετέφρασε έμμετρη γαλλική ποίηση και για ένα διάστημα (1967-1972) 
σχολίαζε τακτικά άσημους μάλλον ξένους και Πολωνούς λογοτέχνες. 
Έχει τιμηθεί με το Φιλολογικό Βραβείο της Κρακοβίας (1995), 
το Πολωνικό Κρατικό Βραβείο για την Τέχνη (1963), 
το Βραβείο Γκαίτε (1991) και το Βραβείο Χάρντερ (1995) και είναι διδάκτορας 
της Τέχνης, τιμής ένεκεν, στο Πανεπιστήμιο του Πόζναν. 
Ανήκει μαζί με τους Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ και Ταντέους Ρουζέβιτς στην 
κορυφή της πυραμίδας των μεταπολεμικών εκπροσώπων της λεγόμενης 
"Πολωνικής σχολής της ποίησης", παρότι η αναγνώρισή της στην Ευρώπη, 
και ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό χώρο έγινε πολύ αργότερα απ' αυτούς.
Η Σιμπόρσκα από νωρίς διαγράφει το ποιητικό της κλίμα, γράφοντας ότι 
"δανείζεται λέξεις που βαραίνουν από πάθος και μετά προσπαθεί να τις κάνει 
να δείχνουν ελαφρές". 
Η κλασικότροπη κομψότητα στον χειρισμό και την ανάπτυξη του ποιητικού της 
υλικού συνδυάζεται με μιαν ανάλαφρη προσέγγιση των πραγμάτων και έναν 
απατηλά εύθυμο σκεπτικισμό, όπου υφέρπει η επώδυνη συνείδηση της 
ανθρώπινης συνθήκης και περιπέτειας στον κόσμο, αλλά και η ζωντανή, 
εις πείσμα της θνητής μας μοίρας και της ιστορίας (όπου επαναλαμβάνεται 
συνήθως η τραγωδία), ελπίδα. 
Γιατί, για τη Σιμπόρσκα, ο κόσμος, παρά την ανασφάλεια, τον φόβο και 
το μίσος που εκτρέφει και καλλιεργεί η ανθρώπινη φύση μας, δεν παύει να 
προκαλεί και να εκπλήσσει, κι η φύση μαζί με την τέχνη παραμένουν πάντοτε 
οι καλύτεροι μεσίτες γι' αυτό το όραμα (όπως κατέληξε στην εκδήλωση για 
την απονομή του Νόμπελ: "Οι ποιητές, φαίνεται, θα έχουν πάντοτε πολλή δουλειά").
Κάποια από τα ποιήματα της Σιμπόρσκα, γραμμένα σε ανύποπτο χρόνο, αποκτούν μια δραματική επικαιρότητα σήμερα που ολόκληρη η ανθρωπότητα βιώνει το άγχος της τρομοκρατίας με μοναδική ένταση, και είναι δείγματα της βαθιάς ηθικής συνείδησης και εγρήγορσης που διατρέχει τελικά όλο το ποιητικό της έργο.

There are None so Blind, as Those Who Will Not See, 1X - Unsee by Stavrography. Graphic Photography, Illustration.:

Wiersz Wisławy Szymborskiej: "Uprzejmość niewidomych"
*το πρωτότυπο
Poeta czyta wiersze niewidomym.
Nie przewidywał, że to takie trudne.
Drży mu głos.
Drżą mu ręce.
Czuje, że każde zdanie
wystawione jest tutaj na próbę ciemności.
Będzie musiało radzić sobie samo,
bez świateł i kolorów.
Niebezpieczna przygoda
dla gwiazd w jego wierszach,
zorzy, tęczy, obłoków, neonów, księżyca,
dla ryby do tej pory tak srebrnej pod wodą
i jastrzębia tak cicho, wysoko na niebie.
Czyta - bo już za późno nie czytać -
o chłopcu w kurtce żółtej na łące zielonej,
o dających się zliczyć czerwonych dachach w dolinie,
o ruchliwych numerach na koszulkach graczy
i nagiej nieznajomej w uchylonych drzwiach.
Chciałby przemilczeć - choć to niemożliwe -
tych wszystkich świętych na stropie katedry,
ten pożegnalny gest z okna wagonu,
to szkiełko mikroskopu i promyk w pierścieniu
i ekrany i lustra i album z twarzami.
Ale wielka jest uprzejmość niewidomych,
wielka wyrozumiałość i wspaniałomyślność.
Słuchają, uśmiechają się i klaszczą.
Ktoś z nich nawet podchodzi
z książką otwartą na opak
prosząc o niewidzialny dla siebie autograf.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου