Σελίδες

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Λούης Τίκας, ο Έλληνας άξιος γιος της εργατικής τάξης των ΗΠΑ

Ο Λούης Τίκας δεύτερος από δεξιά.

Όταν το 1906 ο νεαρός Ηλίας Σπαντιδάκης αποβιβαζόταν στο «Έλις Άιλαντ» της 
Νέας Υόρκης δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μια από τις ηρωικότερες σελίδες του αμερικανικού και παγκόσμιου εργατικού κινήματος θα γραφόταν και 
με το δικό του αίμα.
Όπως χιλιάδες άλλοι συνομήλικοί του απ’ όλη την Ελλάδα, εγκατέλειψε το 
Ρέθυμνο με προορισμό την αμερικανική «γη της επαγγελίας», για να βρει την 
«τύχη» του στα ανθρακωρυχεία ή στις φάμπρικες. 
Εκεί όπου, ως Λούης Τίκας, θα γινόταν ο ήρωας της εργατικής τάξης της πολιτείας 
του Κολοράντο και σύμβολο των εργατικών αγώνων στις ΗΠΑ.
Το όνομα του Λούη Τίκα συνδέθηκε με τον ηρωισμό και την τραγική κατάληξη της 
μεγάλης απεργίας των ανθρακωρύχων στα ορυχεία της εταιρείας CFI (ιδιοκτησίας Ροκφέλερ) στο Λάντλοου του νότιου Κολοράντο, που έμεινε στην ιστορία ως 
η «Σφαγή του Λάντλοου». Εκεί, μέσα σε άθλιες συνθήκες που γεννούσε η απάνθρωπη καταπίεση, τον Σεπτέμβρη του 1913 ξεσηκώθηκαν δώδεκα χιλιάδες ανθρακωρύχοι (ανάμεσά τους και περίπου οχτακόσιοι Έλληνες) διεκδικώντας μια σειρά από αιτήματα 
όπως η καθιέρωση του οκτάωρου, αύξηση στο μεροκάματο, αναγνώριση των συνδικαλιστικών τους δικαιωμάτων και άλλων ελευθεριών που η εργοδοσία καταπατούσε κάνοντας τη ζωή των εργατών και των οικογενειών τους κανονική κόλαση.
Μερικά μόνο στοιχεία ενδεικτικά των συνθηκών που βίωναν οι εργάτες των ορυχείων 
του Κολοράντο και οι οικογένειές τους: Ζούσαν περιορισμένοι σε άθλιους καταυλισμούς γύρω από τα ορυχεία, που φρουρούσαν οπλισμένοι μπράβοι της εργοδοσίας, χωρίς 
να έχουν δικαίωμα μετακίνησης αλλού εκτός από τις στοές των ορυχείων 
τις ώρες δουλειάς. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δούλευαν χαρακτηρίζονταν από 
την πλήρη απουσία μέτρων ασφάλειας. Ακόμα και τα εργαλεία της δουλειάς δεν τα χορηγούσε η εργοδοσία, αντίθετα οι εργάτες ήταν αναγκασμένοι να τα αγοράζουν 
με δικά τους έξοδα, από συγκεκριμένα μαγαζιά της περιοχής, 
ιδιοκτησίας ―και αυτά― της εργοδοσίας! Όσο για την υγιεινή, τα ποσοστά θνησιμότητας των εργατών στην περιοχή έφταναν μέχρι και στο διπλάσιο του μέσου όρου στις ΗΠΑ…
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής έπρεπε να δώσει μάχη 
με την εργοδοτική τρομοκρατία, τη διαίρεση των εργατών (πολλές διαφορετικές 
εθνικότητες και γλώσσες) και τον χαφιεδισμό που έκαναν ακόμα πιο δύσκολη την ήδη απαγορευμένη συνδικαλιστική δράση και να οργανώσει τη συλλογική δράση των 
χιλιάδων εργατών.
Ο Λούης Τίκας από τη Νέα Υόρκη βρέθηκε στο Κολοράντο και αρχικά δούλεψε στη χαλυβουργία. Στη συνέχεια πήρε την αμερικανική υπηκοότητα και άνοιξε για ένα 
διάστημα καφενείο σε μια εργατογειτονιά του Ντένβερ. Εκεί ήρθε σε επαφή με τον συνδικαλισμό και έγινε μέλος του τοπικού συνδικάτου των Βιομηχανικών Εργατών 
του Κόσμου. 
Αργότερα πηγαίνει να δουλέψει στα ορυχεία, και το 1912 βρίσκεται επικεφαλής 
των εργατών σε τοπική απεργία.
Όταν έναν χρόνο μετά (Σεπτέμβρης του 1913) ξεκίνησε η απεργία των ανθρακωρύχων 
στο Λάντλοου ο Τίκας ήταν ήδη γνωστός ―στους εργάτες αλλά και στην εργοδοσία― 
για τη συνδικαλιστική του δράση ως στέλεχος της Ένωσης Ανθρακωρύχων.
Καθώς οι μήνες περνούσαν και τα ορυχεία του Λάντλοου παρέμεναν κλειστά, 
η εργοδοσία χρησιμοποιούσε όλα τα μέσα που διέθετε για να σπάσει την απεργία. 
Οι εργάτες προσπαθώντας να περιφρουρήσουν την απεργία τους από τους 
απεργοσπάστες που μετέφεραν τα αυτοκίνητα της εργοδοσίας, με την καθοδήγηση 
της Ένωσης εγκατέλειψαν τους καταυλισμούς τους και έστησαν σκηνές δίπλα 
στα ορυχεία.

Ο ιδιοκτήτης των ορυχείων, Ροκφέλερ, βλέποντας τις στοές άδειες από εργάτες 

και τα κέρδη του να μην αυξάνονται όπλισε τους μπράβους του και νοίκιασε ιδιωτικό «στρατό» από εταιρείες που ειδικεύονταν (!) στην καταστολή των απεργιών. 
Η σύναξη των οπλισμένων αποβρασμάτων ενισχύθηκε από την Εθνοφρουρά του Κολοράντο και με επιθέσεις και προβοκάτσιες άρχισαν τις επιχειρήσεις τρομοκράτησης 
των απεργών. Οι απεργοί δεν υποκύπτουν στην τρομοκρατία και στις προβοκάτσιες 
και η εργοδοσία έχοντας την πλήρη κάλυψη των τοπικών αρχών αποφασίζει 
να χτυπήσει τους καταυλισμούς τους με βαριά όπλα, πολυβόλα, ακόμα και με τεθωρακισμένο όχημα που έφτασε στην περιοχή για το σκοπό αυτό.
Το ξημέρωμα της 20 Απρίλη του 1914, την επόμενη του ελληνικού Πάσχα 
που γιορτάστηκε με γλέντι από όλους τους εργάτες, ανεξαρτήτως εθνικοτήτων και θρησκειών, οι δυνάμεις της εργοδοσίας περικυκλώνουν τους καταυλισμούς και 
απαιτούν από τον ηγέτη των απεργών Λούη Τίκα να τους παραδώσει συγκεκριμένους συνδικαλιστές. Ο Τίκας τους ζητάει ένταλμα σύλληψης και αρνείται να παραδώσει τους συναδέλφους του. Ξεκινάει ανταλλαγή πυροβολισμών (στο μεταξύ είχαν εξασφαλίσει 
μερικά τουφέκια και οι απεργοί) που εξελίσσεται σε κανονική ―πλην άνιση― μάχη.
Οι ανθρακωρύχοι σκάβουν λάκκους κάτω από τις σκηνές τους για να προφυλάξουν 
τις οικογένειές τους από τα πυρά. Τη νύχτα οι δυνάμεις της εργοδοσίας εισβάλλουν 
σε έναν καταυλισμό, βάζουν φωτιά και σκοτώνουν γυναίκες και μικρά παιδιά, 
ενώ ο Λούης Τίκας συλλαμβάνεται και δολοφονείται άνανδρα από τον επικεφαλής 
του στρατού της εργοδοσίας. Η σορός του παραμένει άταφη για μέρες, 
εκτεθειμένη στην κοινή θέα για εκφοβισμό των εργατών.
Οι δραματικές εξελίξεις στο Λάντλοου πυροδοτούν εργατικό ξεσηκωμό, απεργίες 
και εργατικές καταλήψεις αλληλεγγύης σε ολόκληρη την επικράτεια των ΗΠΑ. 
Οι κηδείες των θυμάτων της σφαγής του Λάντλοου γίνονται μέσα σε κλίμα βαθιάς 
θλίψης και οργής. Οι εργάτες νικημένοι από τα πολυβόλα των αφεντικών γυρίζουν 
στις στοές με το κεφάλι ψηλά. Ξέρουν όμως, όπως καλά το γνωρίζει και η εργοδοσία, 
ότι τίποτα πια δεν θα είναι όπως πριν.
Η σφαγή του Λάντλοου λειτούργησε σαν ένας δυνατός προβολέας που φώτισε και 
τις πιο σκοτεινές πλευρές της καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο, ανέδειξε 
τα εγκλήματα που είναι διατεθειμένη να πράξει η τάξη των αφεντικών προκειμένου 
να διασφαλίσει τα συμφέροντά της, και αποκάλυψε τον ρόλο των μηχανισμών του 
κράτους στην υπεράσπιση αυτών των συμφερόντων. 
Παράλληλα έδειξε στους προλετάριους των ΗΠΑ και όλου του κόσμου ότι ο δρόμος 
για την κοινωνική απελευθέρωσή τους είναι μονόδρομος και περνάει από τη σύγκρουση 
με την αιτία της εκμετάλλευσής τους, την οικονομική και πολιτική εξουσία των 
αφεντικών-εκμεταλλευτών τους.
Τέσσερα χρόνια αργότερα στήθηκε στο Λάντλοου από την Ένωση Ανθρακωρύχων 
ένα μνημείο με τα ονόματα όσων έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της απεργίας, 
για να αποτίουν οι επόμενες γενιές τιμή στη μνήμη τους. 
Οι νεκροί από τα βόλια της εργοδοσίας και ο Έλληνας πρωτεργάτης της ηρωικής 
απεργίας του Λάντλοου πέρασαν στο πάνθεον των ηρώων του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Η ανυποχώρητη και περήφανη στάση τους συνεχίζει να εμπνέει τους 
εργάτες που αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους σε όλα τα μήκη και πλάτη τη γης.

...το κείμενο και περισσότερες φωτό από το
https://atexnos.gr/%CE%BB
~
http://e-oikodomos.blogspot.gr/2014/

Το ελληνικό όνομα του Τίκα ήταν Ηλίας Σπαντιδάκης. 
Γεννήθηκε στην Λούτρα Ρεθύμνου το 1886 και ο πατέρας του ονομαζόταν Αναστάσιος. 
Το 1906 σε ηλικία 20 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ. 
Πριν φύγει έβγαλε μια φωτογραφία φορώντας την παραδοσιακή κρητική στολή και 

την άφησε ως ενθύμιο στους συγγενείς του. 
Δεν επρόκειτο να ξανανταμωθούν. 
Στις ΗΠΑ μετέτρεψε το όνομά του στο αγγλοσαξονικό Λούης Τίκας (Luis Tikas), 

με το οποίο έμελλε να γραφεί στην ιστορία των συνδικαλιστικών αγώνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου