Γράφτηκε σήμερα σε ΜΜΕ : “……ήταν σκεπτικοί αναφορικά με τη διατύπωση….»
Είναι όμως ατυχές ξεπατίκωμα/μετάφρασμα του skeptical αυτό το «σκεπτικοί»
ΛΚΝ: σκεπτικός 2 -ή -ό [skeptikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στο σκεπτικισμό:
~ φιλόσοφος. || (ως ουσ.) ο σκεπτικός, κατά την αρχαιότητα, εκπρόσωπος ή οπαδός
του σκεπτικισμού. [λόγ. επίθ. < ελνστ. οἱ Σκεπτικοί (ενν. φιλόσοφοι)
(αρχ. σημ.: `που σκέφτεται΄)]
σκεφτικός -ή -ό [skeftikós] & σκεπτικός 1 -ή -ό [skeptikós] Ε1 :
που τον απασχολούν έγνοιες, φροντίδες, στενοχώριες• που είναι βυθισμένος
σε διάφορες σκέψεις• συλλογισμένος:
Kαθόταν σε μια γωνιά ~. Γιατί έχεις τόσο σκεφτικό ύφος; σκεφτικά ΕΠIΡΡ.
[ελνστ. σκεπτικός με ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] • λόγ. < ελνστ. σκεπτικός]
*Θα μπορούσε να αποδοθεί : «διατηρούσαν/είχαν επιφυλάξεις»
...ή, πιό ήπια, "επιφυλακτικοί"...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου