Σελίδες

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

«Μία, δύο, τρείς φωνές» της Κώστιας Κοντολέων








Μια μέρα ακριβώς σαν και σήμερα, μια χρονιά πριν, εγώ η Άννα πρωτότοκη κόρη του Δημητρού και της Φρόσως έζησα την κόλαση της φωτιάς, το παγωμένο άγγιγμα του θανάτου.
Ήταν στα έκτα μου γενέθλια που έμελλε να είναι και τα τελευταία μου. 
Κείνος ο ντελάλης, άγγελος θανάτου είχε βγει από νωρίς στην πόλη, σ’ ανηφοριές 
και κατηφοριές, όλο το πρωί καλούσε τον κόσμο, διαλαλούσε την προβολή κανείς 
να μην λείψει, έλεγε, δεν έρχονται δα και πολλοί σινεμάδες στην πόλη μας, 
κι ως το μεσημέρι όλος ο τούρκικος γιαλός, μαζί και ο ρωμαίικος κι όλες οι πάνω 
γειτονιές κάτω από το Κάστρο ήξεραν κι ετοιμάζονταν, βγήκαν τα ρούχα τα καλά 
απ’ τις ντουλάπες και φρεσκαρίστηκαν, βάφτηκαν παπούτσια και ξεσκονίστηκαν 
τσάντες κι άρχισαν από νωρίς να κόβουν βόλτες έξω από τα παλιά Τούρκικα Λουτρά 
που είχαν διαμορφωθεί κατάλληλα για την περίσταση. 
Ως έξω έφτανε ο απόηχος από τις φωνές και τα σφυρίγματα των παιδιών που ανυπομονούσαν ν’ αρχίσει η ταινία. Εγώ καθόμουν στην πρώτη σειρά μαζί με 
τ’ άλλα παιδιά, η μάνα μου η Φρόσω πιο πίσω περιεργάζονταν το χώρο των 
Τούρκικων Λουτρών. 
Εγώ η Άννα πρωτότοκη και μοναδική κόρη του Δημητρού και της Φρόσως εκεί 
στο Ρωμαίικο γιαλό στη Λήμνο ζούσα χωρίς να το ξέρω το τελευταίο πρωινό 
της ζωής μου, καθισμένη στην πρώτη σειρά μαζί με τα άλλα παιδιά κοιτούσα 
με δέος την ταινία να ξετυλίγεται αργά στην πρωτόγονη μηχανή, μηχανή του θανάτου, 
και να προβάλλεται στο άσπρο σεντόνι που έπαιζε το ρόλο οθόνης. 
Την άκουσα εκείνη την κραυγή για να’ταν του μυαλού μου κατασκεύασμα. 
Ήταν στην ταινία εκείνος που φώναζε απεγνωσμένα ‘‘φωτιά, φωτιά… τρέξτε να σωθείτε’’ 
ή ήταν η δικιά μου η φωνή που προμάντευε την αιτία ενός τέλους μαρτυρικού, 
ενός προαναγγελθέντος θανάτου. 
Έτρεχαν όλοι σαν παραλογισμένοι, μαζί τους κι εγώ, έψαχνα τη μάνα μου, άκουγα 
τη φωνή της να με καλεί μέσα από φλόγες και καπνούς, μα δεν μπορούσα να δω τίποτα, 
τα μάτια μου έτσουζαν φοβερά, η ανάσα μου έβγαινε με κόπο. ‘
‘Τρέξε να σωθείς από την κόλαση,’’ ούρλιαζε. 
Η φωνή της βραχνή από τους καπνούς φώναζε απεγνωσμένα το όνομα μου, Άννααα, Άννααα… 
Εγώ η Άννα πρωτότοκη, μοναδική και τελευταία κόρη του Δημητρού και της Φρόσως περνάω μέσα από τις φλόγες εκεί που κανείς πια δεν μπορεί να με φτάσει. 
Περνάω από το φως στο σκοτάδι. Από τη ζωή στο θάνατο. 
Κι εκείνος που περίμενε υπομονετικά να τελειώσει η ταινία, να πάρει τη γυναίκα του 
και το παιδί του για την βαρκάδα που τους υποσχέθηκε ακούει τις κραυγές 
της απόγνωσης και δεν πιστεύει.
 ‘‘Καίγεται ο σινεμάς!’’ έλεγαν, ‘‘φωτιά, φωτιά…’’ και τρέχει, τρέχει να συναντήσει 

το φρικτό πεπρωμένο του.
 ‘‘Η γυναίκα μου, το παιδί μου,’’ λέει, ‘‘σαν σήμερα γεννήθηκε, ήρθα να τις πάρω, 

αργεί ακόμη να τελειώσει η ταινία;’’
Ο κόσμος τον παρασέρνει έξω στον δρόμο, ως την άκρη της παραλίας τον πετάει, 

θέλει να φωνάξει, να δαγκώσει τη σάρκα του να πονέσει, πιο πολύ από εκείνο 
τον πόνο που του έσκιζε τα σωθικά. Παραπατώντας φτάνει ως τη βάρκα του, 
λύνει το παλαμάρι, δαγκώνει με όση δύναμη του έχει απομείνει το χοντρό σχοινί, 
χώνει τα δόντια του όσο πιο βαθιά μπορεί, ματώνει τα χείλια του, 
δυο κατακόκκινες σταγόνες πέφτουν εκεί που έχει γράψει τ’ όνομα μου κι ύστερα 
την αφήνει να την τραβήξει το ρεύμα στο πέλαγος.
Εγώ η Άννα πρωτότοκη, μοναδική, τελευταία και πολυαγαπημένη κόρη του Δημητρού 

είμαι μέσα σε μια άλλη βάρκα μαζί με τη Φρόσω τη μάνα μου, περνάμε την θάλασσα 
της λησμονιάς, ο περατάρης βιάζεται να μας περάσει απέναντι, τριακόσιες πενήντα 
ψυχές περιμένουν ακόμη εκεί στα Τούρκικα Λουτρά, να γίνουν σκιές σ’ έναν 
κόσμο σκιών, να ξεχάσουν στον κόσμο της λησμονιάς όσα πολύ τους πόνεσαν, 
ν’ αφήσουν πίσω τους τις φλόγες, την μυρωδιά της καμένης σάρκας, τ’ αποκαΐδια 
από τα ανθρώπινα απομεινάρια.
Εγώ ο Δημητρός πατέρας της Άννας και άντρας της Φρόσως, κατευοδώνω με 

ουρλιαχτά την βάρκα που τις ταξιδεύει, απλώνω το χέρι μου να την σταματήσω, 
μάταια, έχουν φτάσει κιόλας στην αντίπερα όχθη, νοιώθω το κορμί μου να πονάει, 
βαριά μυρωδιά καμένου ξύλου και σάρκας πλανιέται στην ατμόσφαιρα, γύρω μου 
ακούω ποδοβολητά, πνιχτά κλάματα και κατάρες. 
Χάνω το φως μου, σωριάζομαι στο πεζοδρόμιο. 
Κλείνω τα μάτια, όταν τα ξανανοίγω δεν θυμάμαι ποιος είμαι, δεν μπορώ να εξηγήσω 
τι γυρεύω πεσμένος στο βρώμικο πεζοδρόμιο, κάνω προσπάθεια να σηκωθώ, 
κάποιος με αρπάζει από τις μασχάλες, με στηρίζει πάνω του, με βοηθάει να σταθώ 
στα πόδια μου, γυρνάω και τον κοιτάζω, πρόσωπο μαύρο από τους καπνούς, 
μάτια κατακόκκινα από το κλάμα, ‘‘κουράγιο Δημητρό,’’ μου λέει, ‘‘δεν είσαι ο μόνος, 
όλο το Κάστρο αφανίστηκε απόψε. 
Λέει κι άλλα ακόμη, όμως εγώ έχω πάψει πια να τον ακούω. 
Βλέπω τον μαζεμένο κόσμο, ‘‘τέλειωσε η ταινία ως φαίνεται’’ λέω σαν να ξυπνάω 
από ύπνο βαθύ, ‘‘ώρα να πάω να τις πάρω.’’ 
Και τις πήρα, δυο άψυχα κορμιά, στην άκρη του δρόμου, για μια στιγμή αναθάρρησα, 
πως ήταν απλώς λιπόθυμες πίστεψα, άρχισα να τους μιλάω, πως θα μπορούσαμε 
ακόμη αν ήθελαν να πάμε στην ταβέρνα του Μηνά, την πιο ξακουστή του νησιού. 
Εκείνος με το μαυρισμένο από τους καπνούς πρόσωπο και τα κατακόκκινα από 
το κλάμα μάτια, με πλησιάζει, με αγγίζει στον ώμο. ‘
‘Ορφανέψαμε, φίλε μου, ολάκερο το νησί μας ορφάνεψε,’’ λέει και 
αρχίζει να κλαίει βουβά. 
Εγώ ο Δημητρός πατέρας της Άννας και άντρας της Φρόσως, δεν έχω ούτε ένα δάκρυ 
να χύσω, δεν κλαίω ούτε την άλλη μέρα που γίνεται η κηδεία σε κοινό τάφο όλων 
των θυμάτων, ούτε την επόμενη που φεύγω σαν κυνηγημένος από το νησί 
αφήνοντας πίσω μου βιος, σπίτι, δουλειά. 
Δεν θα ξαναπατήσω σε τούτα τα χώματα, έκανα όρκο και τον κράτησα, 
το μόνο που πήρα μαζί μου ήταν τρία περίτεχνα κεντίδια της Φρόσως που μετά 
από χρόνια θα στολίσουν τις κουρτίνες στο σπιτικό του γιου μου. 
Έρχομαι να κουρνιάσω στην Αθήνα, στο φιλόξενο σπίτι της θείας στο Βύρωνα. 
Μένω ξάγρυπνος τις νύχτες, δαγκώνω το μαξιλάρι μου για να πνίξω του λυγμούς μου, 
κι αφήνω τα δάκρυα μου, δάκρυα λυτρωτικά να τρέξουν ελεύθερα, να νοτίσουν 
την χασεδένια μαξιλαροθήκη, να μαλακώσουν αυτόν τον πόνο που δυο χρόνια τώρα, 
μέρα και νύχτα δεν λέει να φύγει από την καρδιά μου. 
Κάθε μέρα πάω στο κοιμητήρι του Βύρωνα, εκείνη την ίδια ώρα που άκουσα 
την πρώτη κραυγή, την πρώτη επίκληση για βοήθεια. 
Κάθομαι στην πεζούλα κάτω από το σκιερό κυπαρίσσι, πλάι σ’ ένα μνήμα και 
κουβεντιάζω μαζί τους, για την βάρκα μας που την έλεγαν Αννούλα, 
για το σπιτικό μας κάτω από τον ίσκιο του Κάστρου, για τα γενέθλια της κόρης μας 
που δεν προλάβαμε να γιορτάσουμε, το ψάρι στην ταβέρνα του Μηνά είναι πάντα 
φρέσκο και το τραπέζι μας πλάι στην θάλασσα κρατημένο, μπορούμε ακόμη 
να πάμε όποτε θέλουμε. Κι ύστερα θα πάρουμε τη βάρκα μας, θα ξανοιχτούμε 
κι εγώ θ’ αρχίσω να τραγουδάω όπως πάντα, και θα κρατάω το ρυθμό χτυπώντας 
με δυο βέρες τώρα το δεξί κουπί μου.
Εγώ η Άννα πρωτότοκη, μοναδική και τελευταία κόρη του Δημητρού και της Φρόσως, 

ζω στο καινούργιο σπίτι του πατέρα, ο αδελφός μου ο Μάνος έρχεται συχνά και 
μου λέει τα μυστικά του. Τον ακούω και του μιλάω κι εγώ για το νησί, για τη μάνα μου 
τη Φρόσω, για τον πατέρα μας τον Δημητρό, για την φωτιά, για τον κόσμο της λησμονιάς. Μέσα από την κορνίζα με την φωτογραφία μου, ζω μαζί τους και έξω από αυτούς, 
τη ζωή που δεν πρόλαβα να ζήσω.
 Ο πατέρας κάθε χρόνο εκείνη τη σημαδιακή μέρα, την ίδια πάντα ώρα, με ξεκρεμάει 

από τον τοίχο, με παίρνει και κλεινόμαστε στο σκιερό υπόγειο, μου μιλάει με τις ώρες 
για το νησί, για το σπιτικό μας, τη βάρκα μας, τη φωτιά που μας ρήμαξε. 
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα την περνάμε κλεισμένοι εκεί μέσα. 
Ο πατέρας, εγώ, η μάνα η Φρόσω. 
Όπως τότε, πριν την φωτιά, πριν το κάψιμο του σινεμά.
Εγώ ο Μάνος, δευτερότοκο παιδί και μοναχογιός του Δημητρού και της Άννας, 

έπαψα πια να κουβεντιάζω με την μονάκριβη αδελφή μου την Άννα, 
έπαψα πια να περιμένω τις νύχτες να μας χτυπήσει το κουδούνι.
 Έπαψα πια να πιστεύω στα θαύματα. 

Φοβάμαι τη φωτιά, σκιάζομαι τους καπνούς και τις φλόγες, το αμετάκλητο της 
ανθρώπινης μοίρας.
 Η Άννα η αδελφή μου, η Άννα η μάνα μου, η Άννα η κόρη μου οι τρεις Άννες 

της ζωής μου, θα την σημαδεύουν πάντα στο χτες, στο σήμερα, στο αύριο.


Πηγή : Λογοτεχνικό περιοδικό Κλεψύδρα, τεύχος 3ο,
κυκλοφόρησε 03-11-2012

~*~
Η Κώστια Κοντολέων είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. 

Έχει γράψει πέντε βιβλία, τρία μυθιστορήματα και μια συλλογή διηγημάτων. 
Το μυθιστόρημα της Τα Χρόνια του Δράκου βραβεύτηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών με το βραβείο Μιχαήλας Αβέρωφ. 
Έχει μεταφράσει περισσότερα από εκατό βιβλία, μεταξύ των οποίων έργα 
των Τζόις Κάρολ Όουτς, Φίλιπ Πούλμαν, Τόμας Σάβατζ, Ρόαλντ Νταλ, 
Μάρκους Ζούσακ, Ρόμπερτ Κόρμιερ, Πένελοπ Φιτζέραλντ, Ρ. Κ. Νάραγιαν, 
Μάγια Αγγέλου, Μέλβιν Μπέρτζες κ.ά. 
Έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία ανάμεσα τους ξεχωρίζουν το Κρατικό 
Βραβείο Μετάφρασης 1992, η διπλή αναγραφή της στον Τιμητικό Πίνακα 
της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για την Νεότητα(IBBY) το 1996 και το 2004 
και το βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας 2003.

*ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://www.literature.gr/diigima

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου