Σελίδες

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Η Μπιραρία του Πίκινου και η φονική μαχαιριά




Το «ματωμένο» στέκι για τους ρεμπέτες των Αθηνών
Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τα «ζυθοπωλεία», 
λαϊκότερα «μπιραρίες» ή απλά «μπίρες», συναγωνίζονταν τις ταβέρνες.
«Οι ιππόται της ταβέρνας εξελίχθησαν εις ιππότας των ζυθοπωλείων», 
έγραφε ο Τίμος Μωραϊτίνης, εννοώντας πως εκεί μεταφέρονταν πλέον 
ο κουτσαβακισμός και ο τραμπουκισμός, ο παλικαρισμός με τις νέες 
πλέον μορφές του. 
Από τις πλέον ξακουστές ήταν η «Μπίρα του “ΠΙΚΙΝΟΥ”». 
Λειτουργούσε στο ισόγειο ενός παραδοσιακού κτιρίου στο Θησείο, το οποίο 
σώζεται έως τις μέρες μας. Έμεινε στην ιστορία αφού έγινε ρεμπέτικο 
τραγούδι λόγω της δολοφονίας του Πίκινου, γνωστού μάγκα και ρεμπέτη της εποχής.

Κομπανία ρεμπετών σε συνοικιακό στέκι των Αθηνών. Ανάμεσά τους ο Κώστας Ρούκουνας.
Ο Ααρών
Το «Πίκινος» ήταν παρατσούκλι, στην πραγματικότητα ονομαζόταν 
Κωνσταντίνος Ααρών και ήταν γεννημένος το 1894. 
Σύμφωνα με όσα αφηγήθηκε αργότερα ο γνωστός ρεμπέτης Κώστας Ρούκουνας, 
«σαν τούτο τον Πίκινο ούτε που θα υπάρξει τέτοιος άνθρωπος. 
Τέτοιο άντρα είναι δύσκολο στα χρόνια μας να βρεις. 
Κουβαρντάς, μπεσαλής, παλικάρι, κι ας τον έφαγε ένας χαμένος. 
Το ‘λεγε η ψυχή του». 
Προς τη δυτική πλευρά της Ακρόπολης, από το Θησείο και τα Πετράλωνα 
μέχρι τον Βοτανικό, ήκμαζε το ρεμπέτικο στοιχείο. 
Το τροφοδοτούσαν οι πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στους διάφορους 
συνοικισμούς γύρω από τις κατοικημένες περιοχές (Αεριόφωτος, Ασυρμάτου, 
Παλαιών Σφαγείων κ.ά.). 
Σημαντικοί ρεμπέτες κατοικούσαν ή εργαζόντουσαν στην περιοχή και 
ανάμεσά τους ο Κώστας Ρούκουνας, ο οποίος εργαζόταν στη Μπιραρία του Πίκινου, 
έχοντας κοντά του ένα σαντούρι (Κώστας Τζόβενος) και ένα βιολί 
(Γιώργος Κερατζόπουλος). 
Το μαγαζί ήταν ανοιχτό μέχρι το πρωί και αρκετές φορές έφτανε επτά ή οκτώ η ώρα 
και τα όργανα έπαιζαν ακόμη, εάν υπήρχε «γαζέτα», όπως αποκαλούσαν τα τάλιρα. 
Ο τραγουδιστής έφτανε να λέει ακόμη και εκατό αμανέδες σε μια βραδιά!

Ο γνωστός ρεμπέτης Κώστας Ρούκουνας.
Παρεξήγηση και φονικό
Βραδάκι Σαββάτου, Ιούνιος του 1931, και η ορχήστρα είχε ξεκινήσει από νωρίς. 
Μια παρέα σοβατζήδων, πέντε έξι άτομα, πίνουν αρκετά και δίνει 
συνεχώς παραγγελιές. Όμως τα μέλη της δυστρόπησαν όταν αργά το βράδυ 
το μαγαζί γέμισε, οπότε η ορχήστρα δεχόταν παραγγελιές απ” όλους. 
Οι σοβατζήδες παρεξηγήθηκαν, φώναξαν κι έβρισαν το γκαρσόνι, ενώ ένας 
εμφάνισε και γερμανικό σουγιά. Ειδοποιήθηκε ο Πίκινος, ο οποίος εξήγησε 
στους πελάτες ότι η ορχήστρα έπρεπε να παίζει για όλους. 
Εύσχημα τους πήρε και τον σουγιά. Συνέχισαν όμως να είναι εριστικοί, ενώ 
χτύπησαν με ποτήρι τον 28χρονο οργανοπαίχτη Κ. Τζόβενο. 
Η παρεξήγηση δεν άφηνε περιθώρια. 
Παρενέβη πάλι ο Πίκινος: «Μάγκες, πληρώστε το λογαριασμό και δρόμο». 
Έκαναν ότι έφυγαν, αλλά ένας επέστρεψε. 
Αγανακτισμένος ο Πίκινος, όρμησε επάνω του και αμέσως μαζεύτηκε και 
έσκυψε κάτω «Με μαχαιρώσανε», ψέλλισε, «με μαχαιρώσανε», 
και έπεσε αιμόφυρτος. 
Ο 25χρονος υδροχρωματιστής Κ. Ευγενικός -όχι Χατζίνας, όπως πιστευόταν 
έως σήμερα- του είχε δώσει «μπαμπέσικη» μαχαιριά. 
Ήταν τρεις τα ξημερώματα της Κυριακής 28 Ιουνίου του 1931, 
στην οδό Ακάμαντος 28 στο Θησείο.

Η πρόσοψη του κτιρίου που στέγασε στις αρχές του 20ού αιώνα το Ζυθοπωλείον του «Πίκινου» στην οδό Ακάμαντος, σήμερα εστιατόριο.
Η κηδεία
Δώδεκα ημέρες αργότερα ο 37χρονος Πίκινος άφηνε την τελευταία πνοή του 
στο Δημοτικό Νοσοκομείο, όπου και εγχειρίστηκε. 
Παρά τα σενάρια που γράφτηκαν εκείνη την εποχή, αιτία του θανάτου του 
υπήρξε η περιτονίτιδα. 
Η κηδεία του μετατράπηκε σε ρεμπέτικη σύναξη, με επικεφαλής τον αδελφό του, 
τον Δημήτρη (Μήτσο) Ααρών, γνωστό με το ψευδώνυμο «Κανείς». 
Ο αυτόπτης μάρτυρας Κώστας Ρούκουνας έγραψε (1933) και ηχογράφησε 
(1934, εταιρεία Parlophone) το σπάνιο ρεμπέτικο τραγούδι «Ο ΠΙΚΙΝΟΣ» 
(«Ξύπνα, καημένε Πίκινε»):
«Μες στο Θησείο, βρε παιδιά, στου Πίκινου την μπίρα  

γλέντησε όλος ο ντουνιάς Περαίας και Αθήνα 
Αμάν άντρες γυναίκες λέγανε πάμε παιδιά να πιούμε 
στου φίλου μας του Πίκινου και να ξημερωθούμε 
Λέγανε παμ” ν” ακούσουμε σαντούρι το Γιαννάκη 
και τραγουδάκια όμορφα από το Σαμιωτάκι 
Αμάν τώρα, καημένε Πίκινε, ούτε μια παλιοτέντα 
δεν έμεινε στην μπίρα σου για μια παλιοκουβέντα 
Ξύπνα, καημένε Πίκινε, από το μαύρο χώμα 
κι έλα να δεις τους φίλους σου που σε θυμούνται ακόμα 
Αμάν οι φίλοι σου, ρε Πίκινε, για σένα θρηνούνε 
πως άδικα σε σκότωσαν και μέσα τους πονούνε»
«Σαμιωτάκι» αποκαλούσαν τον Κώστα Ρούκουνα, ο οποίος δύο χρόνια 

αργότερα (1935) έγραψε ακόμη ένα τραγούδι με τίτλο 
«Η μπίρα του Πίκινου», στο οποίο έκανε αναφορές για τις «ένδοξες» ημέρες 
του μαγαζιού.
Τη δεκαετία του 1950 το κτίριο στέγασε μια βιοτεχνία που έφτιαχνε κουτιά 

και απεικονίστηκε στην ταινία «Το αμαξάκι» (Ορέστης Μακρής, 
Γεωργία Βασιλειάδου, Αντιγόνη Βαλάκου κ.ά.). 
Αργότερα, λειτούργησε ως τυπογραφείο μέχρι τη δεκαετία του 1970 και 
η ζωή το ήθελε πάλι χώρο διασκέδασης, αφού επανήλθε στην 
αρχική μορφή του, ως όμορφη αθηναϊκή ταβέρνα.

του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://mikros-romios.gr/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου