Σελίδες

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

...Τι εύκρατη που γίνεται η σκέψη όταν τα μπλέ σου βγαίνουν περίπατο! *Οδυσσέας Ελύτης



....ένας στίχος από το βιβλίο ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ 1998, 
τα τελευταία ποιήματα που έγραψε πριν το μεγάλο ταξίδι του
ο Οδυσσέας Ελύτης περιλαμβάνει αυτή η συλλογή. 
Ποιήματα γεμάτα από τη γνώση και την αγωνία γι' αυτό το ταξίδι.
Τα ποιήματα αυτά είναι ένα δώρο που μας κάνει,
μετά το θάνατό του, και είναι 'το κάτι ακόμα' που επιθυμούμε
να πάρουμε από κάποιον που χάνεται οριστικά για να γίνει
ο θάνατος αν είναι δυνατόν λιγότερο οριστικός....

ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ
Αλλά χωρίς να χάνεις ποτέ την εικόνα του συνόλου. Και η πιο απλή
παράγκα θέλει το ρήμα της, τα ουσιαστικά και τα επίθετά της, όπως
κάθε πρόχειρη γραφή τον Πικιώνη της. Η αφέλεια δεν δίδεται δω-
ρεάν· σκηνοθετείται και παίζεται· εάν είσαι ο ένας από τα ελάχιστα
εκατομμύρια που δικαιώνουν την ανθρωπότητα.
ΤΩΝ ΘΕΣΠΕΣΙΩΝ ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ ΑΣ ΠΕΝΟΜΑΙ
ΓΛΥΚΙΑ Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΕΜΟΚΥΚΛΙΣΤΟΣ
ΜΕ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗΣ οι ουράνιες δυνάμεις ανεβαίνουν
Συλλαμβάνεις εδώ ή εκεί ψίχα βασιλικού ή πυρκαγιάς το απόσπιθο
Που μέλλει ν' αποκαλυφθεί χρόνους πολλούς μετά το πρώτο σου
άγγιγμα
Καίει από τη μία όψη το ψευδές αλλά απ' την άλλη
Του καθρέφτη γίνεται ύδωρ
Ξέρει ο εύθεος. Βγάνει απ' τον κορυδαλλό κλώνους δεκάφυλλους
Κι από τις λίμνες των σκιών όλων μυριάδες μινυρίσματα
Κάποιος πέφτει σαν λαχνός νάρκισσος
Αλλ' ακόμη κι αν λανθασμένος πρέπει να είναι
Δεν η θέση του κενή μένει. Σαν παρατεταμένο
Παράπονο ήχος άναξ από ρικνή βάρβιτο
Της μνήμης τ' ατημέλητα διευθετεί. Και ιδού!
Μήνις παλαιών άθλων εκ νέου ξεσπά και ο νους ημίβροτος αγωνίζεται
Ή δώθε το άδικο εις χρυσόν ή κείθε το χαμένο αλλ' όχι
Ευτύχημα. Συνεχίζεται και από την αντίθετη φορά των υδάτων ο ρους
Μ' ευρήματα σελήνης και μικρής Υακίνθης παρειών θραύσματα
Τα πάντα εντέλει ανάγνωση επιδέχονται
Του μύρμηγκα η μυστηριώδης διαδρομή και της μελίσσης
το βόμβισμα
Ε, τι! Συμπληγάδες όλοι μας περνούμε
Άλλες του κίτρινου στενές κι όλες του κόκκινου κατάμαυρες
Στηθήτω μία Παρθένος κατάστικτη φιλιών η αμώμητος.
*
Εγώ στη θέση της Παρθένου θα 'βαζα κληματόφυλλα!
Και μιαν ιδέα ελαίας.
Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο. Καθώς δραπέτες φωτοστέ-
φανων του Angelico μια θέση αγίου διεκδικούν μέσα στο ίδιο ποίημα.
Διαβάζοντας Αθηνά αισθάνεσαι πόσο απέραντο χώρο καταλαμβά-
νει το άσκοπο στη ζωή σου και πόσο μια διαφορετική μέτρηση θα
κατάφερνε να προσδώσει στα γεγονότα του βίου σου τη συντομία
ονείρου.
ερευνασάτω
μεγαλάνορος Ησυχίας το φαιδρόν φάος
Φτάσε να συλλαμβάνεις αισθήσεις όσες και τα μουστάκια της γά-
τας σου.
Μεγάλα πιθάρια όπως τα ξέρουμε, βαριές ξυλοδεσιές γυαλισμένες
με βερνίκι ελιάς και παλαιού καθρέφτη ξανθάδα.
Μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αλήθεια. Οι πιο μεγάλες
στιγμές στην ιστορία των εικαστικών τεχνών σημειώθηκαν διττώς
και κατ' αντινομίαν:
- Τη στιγμή που η καμπύλη γραμμή πήρε την απόφαση να μεταβλη-
θεί σε ορθή γωνία και τετραγωνίστηκε ο υλικός κόσμος.
- Πολύ πριν το δισταγμό που προκαλεί η άνισος αναλογία των
πραγμάτων μια συνοικία ολόκληρη τοποθετήθηκε σ' ένα προαύλιο
σπιτιού μαζί με το κεφάλι της Θεοτόκου.
-Η πιο δροσερή και γεμάτη ζωντάνια παρουσία του φυτικού κό-
σμου αναδύθηκε απ' τους τάφους των Αιγυπτίων και των Ετρούσκων.
-Από την άκρα σοφία του Henri Matisse ως την άκρα αφέλεια του
Θεόφιλου Χατζημιχαήλ απέκτησε το πρώτο της μπλε η Μεσογειακή
θάλασσα.
Όπως ο στάχυς μεταβάλλει τη σοφία του σε άρτο, έτσι κι ο ποιητής
την αφροσύνη του σε πικρόν υδράργυρον, αλλ' αγάπης.
Κι ένα δωμάτιο μ' επένδυση θωπείας που επαναλαμβάνεται.
Κοιμήσου καραμέλα μου για να σε πιπιλήσω.
Κείνες οι ξαφνικές λιακάδες μες στο καταχείμωνο δεν είναι παρά οι
προσπάθειες που κάνει ένα παραπλανημένο περσινό τζιτζίκι να ξα-
ναβρεί τον προσεχή του Ιούλιο.
Αλλ' ο ήλιος τυγχάνει και αργυραμοιβός. Οπόταν, ευκαιρία να προ-
βείς σε ανταλλαγές:
- Ένα ψιλόβροχο στην Αίγινα μ' ένα πέρασμα στα σκοτεινά της
Gît-le-Cœur
- Της Τζοκόντας το χαμόγελο με μια σκέτη καρέκλα του Braque
- Ένα μεγάλο ναυτικό φανάρι με την Aube του Rimbaud
- Ένα κομμάτι ακατέργαστης υπομονής με οποιοδήποτε ρυάκι βα-
σιλικού κήπου.
Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός, αν κρίνεις απ' τα σύννεφα.
Σε απόσταση παραμένουν στα κλεφτά υπνάκου το καταμεσήμερο οι
πέτρες της Ολυμπίας· με λίγο χρυσομώβ στις τελειώσεις τους τεί-
νουν να πάρουν κάτι από την καλύπτρα της Μεγαλόχαρης.
Από παιδιά και μόνον φτιάχνεις Ιεροσόλυμα.
Πέριξ, δεξιά κι αριστερά περιστεριών κι άλλων ψυχών ψεκάδων.
Αλλ' εμπρός μια χαμηλή εκκλησία μ' έναν Θεό πανύψηλο.
Με την προϋπόθεση ότι και οι έννοιες έχουν τη δική τους ύλη θα
'ταν επίτευγμα μέγα να φτάσει κανείς ως το Αγαθόν και να επιτύχει
τη διάσπαση του ατόμου του. Ο αέρας απ' την έκρηξη θα αρκούσε να
σαρώσει και φυλακές και νοσοκομεία.
Αν αντέξεις να φανείς αντί Ιώβ θ' ακυρώσεις αν όχι όλους τουλάχι-
στον τους αυτόχειρες των περιστάσεων. Για ν' αλλάξει το βάρος στο
ζύγι της τυχαιότητας.
Κάποτε πρέπει και να παίρνει ανάσα ο άνεμος.
Μην ανησυχείς. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πί-
σω απ' την πρώτη. Αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο
αιώνες, ενίοτε.
Φθόγγοι Πομπηίας υποχθόνιοι μαζί με κατά καιρούς καταρρέουσες
λέξεις από τον Δάντη έως τον Ungaretti σ' ένα εικοσιτετραώρου
διαρκείας ηλιοβασίλεμα, παρισταμένης πάντοτε και της σελήνης,
γίνονται τα προσκόμματα στην απόφαση της ανθρωπότητας να θέσει
τέρμα στην ιστορία της.
Μες στον βαθύ ουρανό
Κάθε βουνό κι η υπογραφή του.
Το νερό της ομοιότητας δεν άλλαξε, ούτε το δέρμα της ηλικίας. Ο
Ξενοφών τυγχάνει εξάδελφός μου και η μικρή Ασία ομοεθνής. Κατά
τ' άλλα, πραγματικά τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει και γράφω
ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά.
Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά, που να μη ματώνει ποτέ η
ευλάβεια.
Στις σαρανταεννέα ημέρες του χρόνου οι βερβένες του κήπου μου
έχουν πανσέληνο. Σβήνουν τα πάντα κι απομένουν αναμμένα μονά-
χα τα ερημοκλήσια. Είναι φορές που παρουσιάζονται άξαφνα, και
για λίγο μόνον, ρολόγια πανσέδων και κάμποσοι χαρτοπόλεμοι χα-
μομηλιών. Όλα τους ώσπου να εμφανιστεί στον αέρα το πρώτο κλε-
φτοφάναρο. Τότε είναι η στιγμή να προσμετρήσει κανείς πραγματι-
κότητα.
Γενού φυτό τριών γενεών και συνάμα παρθένος.
Γρατζουνάει το πρώτο σου φιλί, όπως το πρώτο σου ποίημα. Κι είναι
οι δυο αυτές αγριμάδες που, αν συμπέσουν και κάνουν καινούριο
φεγγάρι, μπορεί να ξαναγραφτεί απαρχής η ιστορία του κόσμου.
Μια δεύτερη μέρα μέσα στην πρώτη διπλωμένη σε φάκελο φεύγει
συνεχώς για να τοποθετεί εν αγνοία σου μικρούς φλόκους στα γύρω
υψώματα και χρυσά συννεφάκια στην άκουα μαρίνα της μονίμου κα-
τοικίας σου.
Α! να 'χα ένα δικό μου αμπέλι πάνω σε ακρωτήριο, που η κάθε του
ρώγα να τρίζει στο κύμα και ο οίνος του να 'ναι Μυρτώος ή και Καρ-
πάθιος.

Τι εύκρατη που γίνεται η σκέψη όταν τα μπλε σου βγαίνουν περίπατο!
Ν' ακούς αγάλματα πέτρινα και ρυάκι Εμπεδοκλέους είναι μαγεία.
Προπαντός αν περπατείς γυμνόπους.
Κι όσα η άμυαλη γραφή σου που υφαρπάζει
Από μια, σε αποδρομή, μεγάλη στενοχώρια· που
Του μικρού σου Νοέμβρη το καλύβι άπονα έπληξε.
Κείνο το εν είδει ρόδου δώρο που δεν έκανα.
Πεύκα. Η λαμαρίνα η ασημιά
Το «μη» του ενός δακτύλου. Αργά τα μαλλιά
Κολυμπητά στον ήλιο. Και κατασυντριμμένη
Της οργής των αρχαίων καιρών η μαύρη σφήκα.
Στη βρύση του ύπνου κάνει ουρά με τον τενεκέ του στο χέρι το τε-
λευταίο μου όνειρο.
Εκ του πλησίον 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου