Σελίδες

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Το τραινάκι, ένα βαγόνι με μηχανή όλο κι όλο ...στη γραμμή Κυπαρισσία - Πύργος - Πάτρα... *Δημήτρης Χίλιος

Engineer And Self-Taught Photographer Travels Through The USA Photographing Old Trains
"Υψηλόν βαρομετρικόν", απόσπασμα διηγήματος.
Της συλλογής "Και τα ρέστα παγωτά"

*********************************************************
Όταν η ωτομοτρίς, σφυρίζοντας, έφτανε στην κωμόπολη, κόντευε μία το μεσημέρι.
Κλειστά τα καφενεδάκια της γειτονιάς του Σταθμού και στον παχύ ίσκιο που έριχναν οι μουριές δίπλα στις ράγες, πέντ’ έξι κότες της γειτονιάς, ξεπνοϊσμένες,

με τα φτερά κατεβασμένα• κι ένα κανελί σκυλί λαχάνιαζε, με τη γλώσσα δυο σπιθαμές βγαλμένη.
Από τα σκαλοπάτια του μοναδικού βαγονιού κατέβαιναν όπως-όπως καμμιά σαρανταριά άτομα, γυναικόπαιδα κυρίως, μισόγυμνα μα απαραιτήτως καπελωμένα, φορτωμένα με τσάντες και φουσκωμένα χρωματιστά σωσίβια, εκείνα με το κεφάλι αλόγου σε κορμί κουλούρας. Παιδαρέλια που δεν πάψανε στιγμή τις φωνές και τα χασκόγελα, αναψοκοκκινισμένα στη λάβρα του ήλιου και την αλμύρα της θάλασσας και, πίσω-πίσω, μια δεκαριά γριές από τα ιαματικά λουτρά, χωρίς μπανιερά και σωσίβια αυτές, παρά με χοντρές μάλλινες ζακέτες• στο κεφάλι σκούρα μαντήλια, οι χήρες απαραίτητα μαύρα.
Το τραινάκι, ένα βαγόνι με μηχανή όλο κι όλο στη γραμμή Κυπαρισσία - Πύργος - Πάτρα, το πρωί έτρεχε με βογγητά και σφυρίγματα στην αντίθετη διαδρομή, επέστρεφε τώρα απ΄ τον Καϊάφα και ξέβραζε στους Σταθμούς τους επιβάτες που, καταγανακτισμένοι από το στριμωξίδι, βάζανε μια φωνή στους ΣΠΑΠικούς. Χάθηκε ακόμα ένα βαγόνι, να ξεπερετηθεί ο κόσμος;
Ο σταθμάρχης, ξεσκούφωτος, πετάχτηκε να δώσει απ’ το παράθυρο στον μηχανοδηγό ένα κίτρινο χαρτί με σφραγίδες. Σφύριξε ξεψυχισμένα, κατέβασε το σημαιάκι, η ωτομοτρίς ξεκίνησε αμέσως μιας και δεν θα διασταυρωνόταν εδώ με το αθηναϊκό –τούουουουτ-τούουουτ, μας αποχαιρέτισε– και γύρισε με γκριμάτσα απόγνωσης στη σκιά του πέτρινου κτίσματος.
Η σφυρίχτρα κρεμόταν σε μικρή αλυσίδα απ’ το τσεπάκι. Ο ιδρώτας λέκιαζε στις μασχάλες το γαλάζιο πουκάμισο.
Στο μικρό γραφείο με τον χάρτη της διαδρομής των σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, τα εισιτήρια παρατεταγμένα σε μικρά ραφάκια στον τοίχο, κατά δρομολόγιο και χιλιομετρική απόσταση• στο τραπέζι μολύβια, σφραγίδες, κι ο τηλέγραφος να παίζει ασταμάτητα γράφοντας παύλες και τελείες στη λευκή κορδέλα.
Από την άλλη μεριά του κτηρίου, εκεί που ξεκίναγε η δενδροστοιχία με τις μουριές, ένα γραφειάκι μικρότερο για τον κλειδούχο, αποθήκη πες. Έξω από την πόρτα η πλάστιγγα για τις ασυνόδευτες αποσκευές, μέσα δέματα και κασόνια περίμεναν τον παραλήπτη.
Στο υπόλοιπο οίκημα έμενε η οικογένεια του σταθμάρχη. Γυναίκα, δυο παιδιά, πεθερά και μια ανύπαντρη κουνιάδα, μεγαλοκοπέλα.
Πεθερά και κουνιάδα κουβαλήθηκαν εδώ για το καλοκαίρι, με τον μπόγο τους, κένταγαν τσεβρέδες με μανία στον ίσκιο της κληματαριάς, έριχναν τον πικρό τους λόγο για το κάθε τι, συμβούλευαν μικρούς μεγάλους ασταμάτητα• κι ο σταθμάρχης, σκασμένος, μέτραγε τις μέρες ως τον Δεκαπενταύγουστο, να ξεκουμπιστούν στο χωριό τους.
Τα τζιτζίκια σήκωναν τον κόσμο στο πόδι απ’ το τραγούδι, άλλο ζωντανό δεν έβρισκε δύναμη μήτε ν’ αναδευτεί τούτη την ώρα. Ένας πηχτός ιδρώτας νόμιζες θα έπνιγε το κάθε τι, και οι κολυμβητές παίρναμε τις ανηφόρες σέρνοντας πέδιλα και σαγιονάρες με κεφάλια κατεβασμένα, κατάκοποι στο λιοπύρι.
Πολλοί θα παίρναν μαζί με τον δρόμο της επιστροφής και το φαΐ από τον φούρνο• την Κυριακή το συνήθιζαν.
Κρέας ή κοτόπουλο, το στέλνανε να ψηθεί έξω με πατάτες ή ζυμαρικό στη σακούλα, χυλοπίτες, κριθαράκι, που θα το έριχνε ο φούρναρης στο ταψί με την κοφτή παραγινομένη ντομάτα μαζί με δυο μπρίκια βρασμένο νερό, σαν μισοψηνόταν το κρέας.
Επιστρέφαμε οι θαλασσινοί, κολύμπι δεν ήξερα, μάλλον φοβόμουν τη θάλασσα, αλλά μου άρεσε τούτο το καλοκαιρινό πέρα-δώθε, να φεύγω μακριά απ’ το σπίτι. Στην αρχή, την πρώτη χρονιά, η μάνα μου με χρέωνε σε διάφορες γνωστές της, γειτόνισσες, για να έχουν το νου τους. Μετά σιγά-σιγά, δεύτερη χρονιά που πήγαινα μονάχος στη θάλασσα, φέτος δηλαδή, ξέκοψα, ούτε πού τις πλησίαζα.
Και όχι μονάχα αυτό, παρά απομακρυνόμουν όσο γινόταν από κοντά τους γιατί, ξέχωρα από τ’ ότι ήσαν όλες χοντρές, κακάριζαν σαν τις κότες με κάτι αστεία αηδίες, κολάτσιζαν τον περίδρομο στον ίσκιο των πεύκων και ντρεπόμουν να είμαι μαζί τους.
Τότε έμπαινα, συχνά αυθαίρετα, σε παρέες μεγαλύτερων, αγοριών και κοριτσιών, που ρούφαγα αμίλητος τις κουβέντες τους. Πολλές φορές με δούλευαν κιόλας, γέλαγαν σε βάρος μου. Τότε έκανα πως θύμωνα, μα κατά βάθος μου άρεσε που, μεγάλοι αυτοί, ασχολούνταν μαζί μου.
Αν ήξερα κάτι απ’ όσα λέγανε πεταγόμουν γρήγορα να προφτάσω να το πω, να δείξω πως ξέρω περισσότερα απ’ όσα άλλοι στην ηλικία μου, άρα έπρεπε να με κάνουν παρέα. Και όσο γέλαγαν ή δεν μου έδιναν σημασία –το χειρότερο!-, τόσο πείσμωνα.
Μόλις σκοτείνιαζε το βαγόνι κάτω από την αερογέφυρα, στο μικρό τούνελ λίγο πριν τον Σταθμό, ένας απ’ όλους, φίλος του αδερφού μου, μού έδινε στα μουλωχτά καμμιά σπρωξιά, κανένα μικρό σκαμπίλι ή μου έκρυβε το καπέλο, έτσι για να με δαιμονίζει και να γελάν που νευρίαζα. Πού και πού τους έριχνα, στα κλεφτά, και καμμιά μούντζα.
Κατάκοποι από τη ζέστη και την κούραση της θάλασσας ανηφορίζαμε για τον κεντρικό δρόμο της αγοράς –πάταγα τότε στα δεκατρία– και παρακαλούσα, λαχανιασμένος, να ’ναι το περίπτερο της πλατείας ανοιχτό, να πάρω παγωτό ξυλάκι με τα ρέστα του εισιτηρίου.
Η άσφαλτος έβραζε, φύλλο δεν σάλευε στο φύσημα αέρα• οι γρίλιες στα παράθυρα κλεισμένες σφαλιστά, να μην περνά η λάβρα.

......................................................................................



Δημήτρης Χίλιος
https://www.facebook.com/dimitris.hilios/posts/1996067377070321?notif_id=1530943418085209&notif_t=close_friend_activity

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου