Σελίδες

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

...ο εκκεντρικός εγγονός του "γέρου του Μοριά"...Φαλέζ ...

Αποτέλεσμα εικόνας για Βουλευτοποιείο
Θόδωρος (Φαλέζ ) Κολοκοτρώνης 
εγγονός ενός από τους σπουδαιότερους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης. 
έφερε το ίδιο ονοματεπώνυμο με τον παππού του: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. 
Γιος του Γιάννη (Γενναίου) Κολοκοτρώνη και της Φωτεινής Τζαβέλλα. 
Γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1829 στο Ναύπλιο. 
Διατήρησε αποστάσεις από τους γονείς του, τους οποίους και θεωρούσε μέλη 
της Βαυαρικής Αριστοκρατίας, αφού μετά το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, 
ο πατέρας του έγινε γερουσιαστής από τον Όθωνα.
Ο πατέρας του, που ανήκε στον κύκλο των οπαδών του Όθωνα, θα γινόταν 
πρωθυπουργός τους τελευταίους μήνες πριν την ανατροπή της οθωνικής δυναστείας. 
Η μητέρα του, Φωτεινή, καταγόταν από μια άλλη ένδοξη οικογένεια του αγώνα για 
την ελευθερία, την οικογένεια Τζαβέλλα. 
Όμως το βάρος της κληρονομιάς των προγόνων του δεν τον επισκίασε, 
αλλά με τον ιδιαίτερο τύπο του κατάφερε να ξεχωρίσει και να αγαπηθεί από τους 
συγχρόνους του, οι οποίοι τον περιέγραφαν ως ένα από τους πιο περίεργους 
τύπους Ρωμιών.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ή Φαλέζ, όπως ήταν περισσότερος γνωστός, 
γεννήθηκε στο φρούριο της Καρύταινας το Σάββατο 2 Μαρτίου 1829
....γιορτή των αγίων Θεοδώρων. 
Νονός του ήταν ο Δημήτρης Πλαπούτας. 
Εκείνος, τηρώντας το έθιμο, ρώτησε τον παππού του νεογέννητου, τον οπλαρχηγό 
Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, αν συμφωνούσε να δίνανε στο μωρό το όνομά του, 
όπως συνηθιζόταν – και συνηθίζεται ακόμα – για τα πρωτότοκα εγγόνια. 
Ο γέρος του Μωριά απάντησε: «Αυτός το πήρε με το σπαθί του το όνομα, 
χωρίς να με ρωτήσει αν θέλω να του το δώσω, διότι γεννήθηκε στη γιορτή μου».
Το πιο πάνω περιστατικό αναφέρεται από τον ίδιο στο ογκωδέστατο αυτοβιογραφικό Ημερολόγιό του. Περιέγραφε τον εαυτό του ως έναν επιμελέστατο, πλην όμως άτακτο μαθητή, ο οποίος μετά το σχολείο έτρεχε στους δρόμους της Αθήνας ενοχλώντας 
τους πάντες, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν θα τολμούσε να τον μαλώσει λόγω του 
σεβασμού που όλοι έτρεφαν προς την οικογένεια των Κολοκοτρωναίων. 
Τις δε Κυριακές κατέβαινε στις στήλες του Ολυμπίου Διός και συμμετείχε στο 
αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών εκείνης της εποχής, που ήταν ο πετροπόλεμος: Κατωμερίτες (με αρχηγό τον μικρό Θεόδωρο) εναντίον Πλακιωτών.
Ωστόσο, οι δυο γονείς του, Γενναίος και Φωτεινή, ήταν ιδιαίτερα αυστηροί με 
τον μικρό Θεόδωρο. Είχαν μάλιστα ζητήσει από το δάσκαλό του να είναι εξαιρετικά 
αυστηρός εφαρμόζοντας το ρητό «όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος». 
Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω περιστατικό, που αφηγήθηκε ο Φαλέζ 
στην αυτοβιογραφία του:
Μια μέρα, επειδή ο Θεόδωρος είχε γεμίσει το βιβλίο του μελάνι, ο δάσκαλός του, 
που ονομαζόταν Πέτρος Ρούσσος, τον χτύπησε αλύπητα τόσο με τα χέρια όσο και 
με το παπούτσι του. Όταν αυτός γύρισε στο σπίτι του, έδειξε τα καρούμπαλα 
στους γονείς του, όμως η αντίδρασή τους ήταν αναπάντεχη: 
«Έφυγες από τον προγυμναστή σου· εις την στιγμήν πήγαινε πίσω»! 
Και επειδή εκείνος αρνιόταν να γυρίσει στο μάθημα, τον επανέφεραν 
εκείνοι διά της βίας.
Εισήλθε στη σχολή Ευελπίδων -  σπουδές τις οποίες δεν επέλεξε -  η οποία 
θα διαλυόταν δύο χρόνια αργότερα από την κυβέρνηση Κωλέττη εξαιτίας εξέγερσης 
των σπουδαστών, οι οποίοι στη συνέχεια θα συγκεντρώνονταν τα βράδια σ’ ένα 
καφενείο της οδού Πατησίων, το «Παυσίλυπον», διαμαρτυρόμενοι για το κλείσιμο 
της σχολής. 
Αποφοίτησε σαν ανθυπασπιστής της Οροφυλακής (1850). 
Επηρεάστηκε από τα μεγάλα λαϊκά κινήματα της Ευρώπης. 
Συνέταξε σαν αρθρογράφος πολιτικά κείμενα σε εφημερίδες της εποχής του. 
Εχθρευόταν, όχι τα πρόσωπα που αποτελούσαν το τότε πολιτικό και κοινωνικό 
κατεστημένο, αλλά το ίδιο το σύστημα που τα παρήγαγε και τα αναπαρήγαγε, διαρκώς.
Το 1850 κατατάχθηκε ως ανθυπασπιστής στη χωροφυλακή, μέχρι τη διάλυσή της 
το 1855, οπότε ο Φαλέζ μετατέθηκε στο πεζικό. 
Προηγουμένως, το 1854 είχε πάρει μέρος στην επανάσταση στη Θεσσαλία.
Ακολούθησαν σπουδές στη Γαλλία και το Βέλγιο, ενώ στις εκλογές του 1859 
κατέβηκε υποψήφιος και εξελέγη βουλευτής Γορτυνίας. 
Ο βουλευτικός του βίος ήταν επεισοδιακός, ενώ έφτασε στο σημείο να χαστουκίσει 
το βουλευτή Κεχαγιά, με τον οποίο είχε προσωπικές αντεγκλήσεις.
Εξελέγη και πάλι βουλευτής το 1868. 
Πάντως, ήδη από την εκλογική αναμέτρηση του 1865, στον προεκλογικό του αγώνα 
ζητούσε από τους ψηφοφόρους ή να τον ψηφίσουν ή να τον… μαυρίσουν! 
(Σύμφωνα με το τότε ισχύον εκλογικό σύστημα, οι εκλογείς περνούσαν από την 
κάλπη του κάθε υποψηφίου και είχαν τη δυνατότητα να δώσουν θετική ή αρνητική ψήφο 
ή απλά να προσπεράσουν, κάτι που προφανώς δεν πολυάρεσε στον Φαλέζ) 
Το ίδιο θα ζητούσε και σε επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, αν και ήταν μάλλον ένα πυροτέχνημα μιας ιδιόρρυθμης προσωπικότητας, που αντιλαμβανόταν σε άλλη βάση 
τη σχέση ενός υποψηφίου βουλευτή με τους ψηφοφόρους του.
Το Δεκέμβριο του 1881, μετά από μια ακόμη αποτυχία του να εκλεγεί βουλευτής 
Γορτυνίας (αυτή ήταν και η τελευταία του απόπειρα), δημοσίευσε μέσω της αθηναϊκής εφημερίδας Τηλέγραφος μια… "ευχαριστήριο επιστολή διά την αποτυχίαν του 
ως βουλευτού", απευθυνόμενους προς τους Γορτύνιους. 
Αυτός ήταν ο τίτλος του άρθρου/επιστολής του Κολοκοτρώνη, όμως στην 
πραγματικότητα ασκούσε επίθεση στους ψηφοφόρους, επειδή δεν τον προτίμησαν.
«Ποτέ ο ατυχής δεν κατώρθωσα να πείσω εμαυτόν να κάμνη καλπονοθεύσεις, συνδυασμούς, ροσφέτια, να υπόσχωμαι λαγούς με πετραχίλια έως ου αρπάσω 
την ψήφον σας και κατόπιν ν’ αδιαφορώ» έγραφε μεταξύ άλλων, λίγο προτού ξεσπάσει: «Σ’το διάβολο, ποτέ μη με κάμητε βουλευτήν· αλλ’ ανοίξατε τα όμματά σας πλέον, 
διότι εμαράνθητε δωρεάν«, κατηγορώντας τους βουλευτές της περιοχής ότι, 
ενώ υπόσχονταν τα πάντα προεκλογικά, μετά την εκλογή τους αδιαφορούσαν για 
την επαρχία τους, με αποτέλεσμα την ερήμωση της περιοχής μιας και οι Γορτύνιοι 
«τρέχουν ως ο περιπλανώμενος Ιουδαίος απανταχού της Ελλάδος, όπως ζήσωσι«.
Δεν έκανε ρουσφέτια, δεν έταζε μεγαλεπήβολες υποσχέσεις, 
είχε κατεβεί υποψήφιος ανεξάρτητος και όχι υπό τη σημαία κάποιου κόμματος. 
Αυτοί ήταν κάποιοι από τους λόγους, που ο ίδιος εκτιμούσε ότι είχαν συμβάλει στη 
μη εκλογή του. Ένα μόνο δεν ανεχόταν ως δικαιολογία, όπως περιέγραφε με το 
ιδιόρρυθμο ύφος του:
«Εάν οι καταψηφίσαντές με το έπραξαν, διότι δεν κατήλθον εις την επαρχίαν· 
ε! αυτό είναι πολύ, αφού εγώ νομίζω, ότι σας είμαι ωφέλιμος και οφείλετε να 
με παρακαλέσητε· το λέγω δε φανερά διά της δημοσιότητος, όπως με κρίνη έκαστος, 
ενώ σεις απ’ εναντίας νομίζετε, ότι με κάμνετε τιμή, εάν μ’ εκλέξητε βουλευτήν… 
ας γελάσω από καρδίας. 
Με κάμνετε τιμήν, αι… αφού την τιμήν αυτήν την εδώκατε πολλάκις και εις δραπέτας 
του ζωολογικού κήπου και εις εγκληματίας; [..] 
Ναι, αγαπητοί συνεπαρχιώται. 
Εάν έστω ανηρχόμην εις την επαρχίαν και κατετασσόμην εις συνδυασμόν, 
εάν μετεχειριζόμην και εγώ όλους τους συνήθεις εξευτελισμούς, υποκρισίας, 
προσποιήσεις, ροσφέτια και λοιπά, εάν έδιδον μυρίας όσας υποσχέσεις 
απραγματοποιήτους ή κωλυούσας μοι την ελευθέραν ενέργειαν, 
ναι θα εγενόμην βουλευτής – ως ηδυνάμην να γείνω και υπουργός, 
εάν συγκατένευον να παίξω και εγώ πρόσωπον ηθοποιού εις έτερον παρασκήνιον – 
θα εγενόμην λέγω βουλευτής, όπως ο λοιπός σωρός, αλλά τι εσήμαινε; 
θα ήτο ακόμη εις ανυπόφορος κορυδαλός εις την ατυχή βουλήν, όζων ως οι άλλοι, 
ροσφέτια, συνδυασμόν, ψευδοϋποσχέσεις, άνευ σημασίας, κακομοίρης«.
Και όσο συνεχιζόταν η μακροσκελέστατη, ειρωνική «ευχαριστήριος επιστολή» 
τόσο κορυφωνόταν η δραματική ένταση του Κολοκοτρώνη: 
«Ναι! δεν είμαι τίποτε· ναι· είμαι σκώληξ σκωλήκων· βεβαιωθήτε… 
αλλά μη μ’ ατενίζετε ούτω, διότι φοβούμαι…» για να καταλήξει σ’ ένα κορυφαίο φινάλε: 
«Αλλ’ ας παύση προς θεού ο στεναγμός πλέον. 
Τις δύναται να ανθέξη. 
Ας επανέλθω εις το προκείμενον. Πλην! εταράχθην και δεν δύναμαι να σκεφθώ. 
Γορτύνιοι! Γορτύνιοι! 
Διατί να μη με δώσητε ολίγην εις το κοινοβούλιον θέσιν; 
Έως πότε θα ήσθαι θύματα και σεις και λοιπαί επαρχίαι. 
Ας σιωπήσω πλέον, διότι αρκετά έβλαψα την υγείαν μου«.
Ως αξιωματικός του στρατού υπηρέτησε σε διάφορες πόλεις του 
τότε ελληνικού κράτους, μέχρι που το 1874 αποστρατεύθηκε με τη βούλησή του. 
Μετά τις εκλογές του 1881 αποσύρθηκε και από τον πολιτικό στίβο. 
Επί χρόνια θα διατηρούσε στήλη με Συμβουλές στη Νέα Εφημερίδα χρησιμοποιώντας το 
– εμπνευσμένο από τη Βίβλο – ψευδώνυμο «Φαλέζ», με το οποίο θα ταυτιζόταν στη συνείδηση του κόσμου.
Σύχναζε στο καφενείο του Ζαχαράτου, όπου μέχρι αργά το βράδυ 
(ακόμη και μετά τα μεσάνυχτα) κάπνιζε το ναργιλέ του ή έπαιζε διάφορα παιχνίδια 
(ντόμινο, χαρτιά, σκάκι, μπιλιάρδο κλπ.) με φίλους και παλιούς συμμαθητές του 
από τη Σχολή Ευελπίδων. 
Είχε δικό του τραπέζι, δικό του ποτήρι, δικό του ναργιλέ και έδινε μεγάλα 
φιλοδωρήματα («σαν λόρδος» κατά την περιγραφή μιας εφημερίδας) στα γκαρσόνια. 
Χωρίς να ενδιαφέρεται αν του περίσσευαν χρήματα για τη δική του διατροφή, μοίραζε 
ακόμη και την τελευταία του πεντάρα σε φιλανθρωπίες. 
Ήταν πολύ αγαπητός από τους συμπολίτες του και όπου βρισκόταν, γύρω του 
σχηματιζόταν κύκλος από φίλους, που συμμετείχαν μαζί του σε πολιτικές και 
φιλοσοφικές συζητήσεις.
Αγαπούσε τα λουλούδια και συχνά κυκλοφορούσε στο δρόμο κρατώντας από ένα. 
Από τη φύση του παραδοξολόγος και αρκετά ιδιόρρυθμος ως χαρακτήρας, 
έγινε αρκετές φορές πρωταγωνιστής απίθανων ανεκδοτολογικών ιστοριών. 
Όταν ακόμη ήταν αξιωματικός στο Ναύπλιο, μια μέρα του μπήκε στο μυαλό η ιδέα 
να κάνει τον πεθαμένο. Κλαυθμός και οδυρμός ξέσπασε στην πόλη για μια 
ολόκληρη ημέρα, ενώ μια κοπέλα, κρυφά ερωτευμένη μαζί του, 
παραλίγο να πέθαινε από τη θλίψη της, ώσπου ο Φαλέζ… «αναστήθηκε» εκ νεκρών!
Μια μέρα, πολλοί τον είδαν να κυκλοφορεί στους αθηναϊκούς δρόμους περιφέροντας 
το κλουβί με το καναρίνι του. Κι εκείνους εξηγούσε: 
«Βρε αδερφέ, αυτό το πουλί έσκασε κλεισμένο μέσα στο σπίτι και τό βγαλα λιγάκι 
να πάρει τον αέρα του»! Λέγανε επίσης ότι ήταν τόσο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας, ώστε, 
όταν σφουγγάριζε, έπαιρνε λάσπη και γέμιζε όλο το σπίτι, ενώ συνήθιζε να κοιμάται 
με τα ρούχα του.
Πολυγραφότατος, εκτός από το ογκωδέστατο Ημερολόγιό του έγραψε μια σειρά 
από βιβλία, στα πρισσότερα από τα οποία κατέθετε τις πολιτικές του απόψεις:
– Βουλευτοποιείο
– Σκιαδιστής ή αιτία εκθρονίσεως
– Κουλουβάχατα
– Ο ιερεύς των ελευσινίων
– Αγάπα τον πλησίον σου (δράμα)
– Τεκτονικόν σφυρίον
– Στοχασμοί ιδιοτρόπου (1858)
– Δώρον Σκιαδιστού – Ένα κουτί σπίρτα (1862)
– Το παρόν διά το μέλλον (σκέψεις βουλευτού του 1859 και 1868)
– Αλφαβητάριον του πολίτου ή τα πνεύματα
– Περί του εβραϊκού στρατού
– Το λογικόν είνε ασθένεια του ανθρώπου
κλπ.
Έγραφε επίσης πολλά σατιρικά δίστιχα, ένα των οποίων ήταν κι αυτό, 
μέσα από το οποίο διαφανόταν η πικρία του για τις εκλογικές του αποτυχίες, 
αλλά και για την κομματοκρατία της εποχής:
Αν γείνουν στην Ελλάδα ελεύθεραι εκλογαί
θα λείψουν και αι δέκα του Φαραώ αι πληγαί!
Το 1892 αρρώστησε σοβαρά από νευρική παράλυση με αποτέλεσμα να περιορίσει 
σημαντικά τις εξόδους του και τελικά απέμεινε σκιά του παλιού του εαυτού. 
Άφησε την τελευταία του πνοή το πρωί της 22ας Μαρτίου 1894 σε ηλικία 65 ετών, 
ενώ την επομένη πραγματοποιήθηκε η κηδεία του με απόδοση τιμών και παρουσία 
πολλών φίλων του και επισήμων προσώπων.
Έτσι σκιαγραφήθηκε – μεταξύ άλλων – το προφίλ του σε αφιέρωμα του Άστυ 
μετά το θάνατό του:
"Ως χαρακτήρ ήτο ο περιεργότατος και ο ιδιοφυέστερος και ο ιδιορρυθμότερος 
των ρωμηών, έξυπνος και επιπόλαιος συγχρόνως, ερευνητική κεφαλή, 
ρέπουσα προς τα καινοφανή και τα παράδοξα ακρατήτως, αντίφασις προς την 
εποχήν του. [..] Ο τύπος των τύπων των ρωμηών. 
Ό,τι και αν ειπήτε περί αυτού θα το έχη, όπου και αν τον κατατάξετε εντός των 
τιμιωτάτων ορίων του χαρακτηρισμού ενός ανθρώπου, δεν θ’ αποτύχητε. […] 
Εν γένει ηδύνατο ο παράδοξος αυτός τύπος να διαδραματίση ευρύτερον και αξιοχαρακτηριστικώτερον στάδιον χάριν της ιδιοφυίας του και του ονόματός του, 
αν ήτο περισσότερον τυπικός και συγκαταβατικώτερος, αν εμορφούτο περισσότερον 
και ως χαρακτήρ και ως νους".

Από τον στρατό παραιτήθηκε για ένα διάστημα προκειμένου 
να εκλεγεί βουλευτής.
Από εγκεφαλικό επεισόδιο στερήθηκε τις διανοητικές του ικανότητες 

το 1894 και οδηγήθηκε στο θάνατο, στις 22 Μαρτίου του ίδιου έτους.

*με πληροφορίες...
Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), 
« Αι Τελευταίαι Ημέραι της Βασιλείας του Όθωνος »
Εν Αθήναις, 1881.
- Κολοκοτρώνης Θεόδωρος (Φαλέζ), « Πολιτικά κείμενα»
Εκδόσεις, Σύγχρονη Εποχή, 2005.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου