Σελίδες

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Ο ΕΠΟΝίτης



Τα ηλικιωμένα μάτια της γιαγιάς έλαμψαν σκεφτικά. 
Χάνονταν στις αναμνήσεις που αναδύονταν εντός της.

«Ξέρεις» είπε. «Έχω ζήσει πολλά… Έφτασα σ’ αυτή την ηλικία και θα μπορούσα να γράψω βιβλίο… Αν σου διηγούμουν όλα όσα έχω ζήσει, δεν θα τα πιστεύεις, παιδί μου. Δεν σου ‘χω πει τίποτα γι’ αυτά, γιατί δεν ήθελα να σε στενοχωρώ. Αλλά επειδή με ρώτησες… ο Αντρέας…»


Έσφιξε τα χείλια. Συγκινήθηκε. Το πρόσωπό της συσπάστηκε… Μάζεψε τις δυνάμεις τις και άρχισε τη διήγηση.
«Ήταν είκοσι ενός χρονών. Ένας λεβέντης. Λεπτός, γεροδεμένος, είχε όμορφο πρόσωπο, αγγελικό, μάτια επιβλητικά, μαλλί πλούσιο μαύρο, ωραίο χαμόγελο• ήταν καλό παιδί, όποιος κι αν τον ήξερε είχε να πει έναν καλό λόγο. Πονετικός… Πολύ ευαίσθητος. Έτρεχε και βοηθούσε όποιος και να ‘τανε, όποτε υπήρχε ανάγκη… Φιλότιμος. Εργατικός. Αυτός, απ’ όλα τ’ αδέρφια, ήταν ο πιο ακούραστος. Όλοι, βέβαια, ήμασταν γερά παιδιά, ψημένα, ήταν και οι συνθήκες βλέπεις, σκληρές… εννέα αδέρφια δεν ήταν εύκολο να μεγαλώσουν. Δεν είναι όπως σήμερα: έχεις ένα-δύο παιδιά και ού!… ξεσηκώθηκε ο κόσμος! Τότε, σηκώναμε τα μανίκια και βοηθούσαμε, δουλεύαμε στο σπίτι, τα κάναμε όλα. Δεν υπήρχε χρόνος για τεμπελιά, για παιχνίδι. Ελάχιστος. Ειδικά στον πόλεμο. Ο φόβος… οι γονείς ανησυχούσαν, μας κρατούσαν κοντά τους.
»Ο Αντρέας ό,τι και να ‘βαζε στο μυαλό του, προσπαθούσε να το καταφέρει πάση θυσία! Γράφτηκε στην ΕΠΟΝ. Κανείς μας δεν το ‘ξερε. Φαντάσου, κανένας μας δεν είχε πάρει μυρουδιά. Τα βράδια το ‘σκαγε σαν κλέφτης και πήγαινε για «δουλειές». Εγώ μια φορά τον πήρα χαμπάρι και του είπα: “Πού πας, Αντρέα, τέτοια ώρα;” Κι εκείνος μου απάντησε: “Πουθενά, Μαράκι μου… λίγο αέρα πάω να πάρω, κοιμήσου… μόνο μη πεις τίποτα στους γονείς, γιατί θα ανησυχήσουν. Άντε να ξεκουραστείς, θα γυρίσω σύντομα.” Έπειτα μου χαμογέλασε γλυκά και τον πίστεψα σαν να ‘ταν’ ο Χριστός! Μικρή ήμουν… εύπιστη… του είχα αδυναμία… τον εμπιστευόμουνα.
epon2
»Αργότερα έμαθα ότι έκλεβε το λάδι. Το λάδι το δικό μας, ναι. Το ‘κλεβε και το ‘δινε σ’ όσους είχαν ανάγκη. Εμείς είχαμε τις ελιές απ’ το χωριό και δεν είχαμε έλλειψη. Ο κόσμος όμως δεν είχε λάδι δικό του. Πεινούσε, λιμοκτονούσε, δεν είχε μια ξερή κόρα να φάει. Η καημένη η μάνα μου βοηθούσε όσο μπορούσε. Στη γειτονιά χτυπούσαν την πόρτα της και της ζητούσαν κανένα μπουκάλι. Εκείνη τους έδινε πρόθυμα. Πήγαινε και μόνη της σε παππούδες και γιαγιάδες, σε μάνες που είχαν μικρά παιδιά και θήλαζαν. Ήταν ευαίσθητη η μάνα μου. Κοιτούσε τα σκελετωμένα κορμιά που ζητούσαν βοήθεια και, σαν έκλεινε η πόρτα, την έπιαναν τα κλάματα.
Έξω από το παράθυρο περνούσαν τα κάρα με τους πεθαμένους. Στοίβες! Πέθαιναν συνέχεια, κάθε μέρα από τη πείνα… Εμείς, μικρά, ανυποψίαστα, βγαίναμε έξω και τρέχαμε από πίσω να δούμε τους νεκρούς χοροπηδώντας! Δεν αντιλαμβανόμασταν τη φρίκη. Τα χέρια πετάγονταν, τα πόδια που κρέμονταν, βγαίναν απ’ το σωρό… κορμιά αφανισμένα, ένα μάτσο κόκαλα! Τα βλέπω μπροστά μου, αγόρι μου, λες κι ήταν χθες…
»Μια φορά, είχαμε ακολουθήσει ένα κάρο, ήμασταν περίεργοι να δούμε πού πάει… μα σαν απομακρυνθήκαμε πολύ από τη γειτονιά, αλλάξαμε γνώμη και είπαμε να γυρίσουμε πίσω. Καθώς γυρνούσαμε, είδαμε, ξαφνικά, στο δρόμο να πλησιάζουν προς το μέρος μας τέσσερις Γερμανοί. Μόλις έφτασαν κοντά, ένας εξ αυτών με βλέπει, κάτι λέει στους άλλους δείχνοντάς με και με φωνάζει. Εγώ φοβήθηκα, κοκάλωσα, δεν μπορούσα να κουνήσω. Εκείνος μου χαμογέλασε και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Τότε, εγώ πλησίασα και εκείνος έβαλε τα χέρια στη μέση λέγοντας κάτι φωναχτά με εύθυμο τόνο. Έπειτα, με πήρε στην αγκαλιά του. Ήταν ένας ξανθός, θεόρατος, αξιωματικός, με είχε στην αγκαλιά του και μου μίλαγε γερμανικά. Εγώ δεν καταλάβαινα τίποτε. Έτρεμα από το φόβο μου. Από το πρόσωπό του όμως, ένιωσα ότι με συμπαθούσε κι ότι μου έλεγε χαριτωμένα λόγια. Στο τέλος, με άφησε κάτω και έβγαλε από την τσέπη του μια τεράστια σοκολάτα. Μου την έδωσε, λέγοντας πάλι κάτι στα γερμανικά, χαμογέλασε, μου χάιδεψε το κεφάλι και έφυγε… Η παρέα με κοίταγε σαν νεκρή. «Είχαν όπλα! τα είδες;» έλεγε ταραγμένη η Τασία. Τρέξαμε γρήγορα να φτάσουμε σπίτι. Αφού φτάσαμε κόψαμε τη σοκολάτα και την φάγαμε όλοι μαζί. Όταν διηγήθηκα στον Αντρέα τι συνέβη με λεπτομέρειες, άστραψαν τα μάτια του από τον φόβο. Με συμβούλεψε αυστηρά να μένω στο εξής σπίτι, να προσέχω να μην απομακρύνομαι από τη γειτονιά, να μην κοιτάω στα μάτια τους Γερμανούς. (Ήμουν όμορφη, το κατάλαβα αργότερα.) Μου είπε ότι, κάποιος άλλος, δεν θα είχε τις ίδιες προθέσεις μ’ αυτόν που μου έδωσε τη σοκολάτα. Μου είπε, επίσης, ότι θα μπορούσα να βρεθώ, στη μέση κάποιας ανταλλαγής πυροβολισμών κτλ. Έπειτα, όμως, το αυστηρό του ύφος έφυγε, μαλάκωσε… και με κοίταξε μ’ αυτή τη γλυκιά έκφραση, που έκανα ό,τι μου είπε!
14-e1395659621811
»Τα βράδια ακούγαμε σειρήνες, τα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν την πόλη, εμείς βάζαμε χαρτόνια στα παράθυρα. Για να μη φαίνεται το φως, να μη βλέπουν τα αεροπλάνα και ρίχνουν βόμβες… Τρέχαμε στο καταφύγιο. Στη γειτονιά υπήρχε ένα υπόγειο. Αυτό ήταν το καταφύγιο. Όλοι η γειτονιά στριμωχνόταν εκεί μέσα. Να μην μπορείς να είσαι όρθιος, γιατί ήταν χαμηλοτάβανο, να ‘σαι σκυφτός. Γυναίκες με μωρά να κλαίνε, να μένουμε όλο το βράδυ, μέρες! Να μη τρώμε τίποτα, να μη πίνουμε νερό. Κάποιοι να νευριάζουν, να χάνουν τον έλεγχο, να τρέμουν, να τρελαίνονται… Η αφαγία τρέλανε πολλούς. Η ψυχολογική πίεση. Κάποιες γυναίκες τις έπιανε υστερία. Δεν είχαμε φως. 
Μέσα στο σκοτάδι, άκουγες σιγοκλαυθμηρισμούς, δειλά αναφιλητά, προσευχές, επιφωνήματα πόνου και κάποτε κραυγές! Ουρλιαχτά! Σαν λύκοι, σαν τρελοί, παρανοϊκοί! Καταλαβαίνεις τώρα πώς θα νιώθαμε εμείς που ήμασταν μικρά παιδιά… Μια μέρα ήρθε και μας άνοιξε ο Αντρέας. Θυμάμαι πώς μας καθησύχασε, πώς μας μίλησε γλυκά και γαλήνια. Ηρέμησαν όλοι. Οι ηλικιωμένοι έβγαιναν και έπιαναν το πρόσωπό του με δάκρυα στα μάτια. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν. Δεν είχε κάνει τίποτα σπουδαίο. Απλώς είχε ανοίξει την πόρτα κι εκεί που ήμασταν στο σκοτάδι, βλέπαμε το ήρεμο, φωτεινό του πρόσωπο που εξέπεμπε αποφασιστική σιγουριά. Αυτό αρκούσε.
Θυμάμαι, (οι αναμνήσεις έρχονται τυχαία στο μυαλό μου), άλλη φορά, έτρεξα στην αγκαλιά του, είχα πάει να πάρω μια κουλούρα ψωμί. Μα την έχασα, γιατί μου την άρπαξε μέσα από τα χέρια ένα κορίτσι. Ήταν από τη γειτονιά. Έτρεξα πίσω της, αλλά η «κλέφτρα» ήταν μεγαλύτερη και δεν μπορούσα να τη φτάσω. Γύρισα σπίτι ντροπιασμένη, γεμάτη δάκρυα. Έτρεξα σ’ εκείνον και του είπα ότι μου έκλεψαν τη κουλούρα! Εκείνος στενοχωρέθηκε που τα αδέρφια μου δεν θα έτρωγαν ψωμί, αλλά μου χάιδεψε τα μαλλιά και με καθησύχασε.
»Τη μάνα και τον πατέρα μας τους βοηθούσε όπως μπορούσε. Ανακούφιζε τα πρόωρα γερατειά τους, την κούρασή τους, τις έγνοιες τους, τη στενοχώρια τους. Δούλευε, βοηθούσε, τους χάριζε ένα χαμόγελο. Χαιρόμουν να βλέπω τους γονείς μου να τον καμαρώνουν. Και χαιρόμουν να βλέπω, μέσα στην κούρασή του, την ικανοποίηση στα μάτια του ότι εκείνοι ήταν καλά.
Ιερολοχίτης αρ.22 1946-02-23 (1)a1393075662
»Όμως τα χρόνια ήταν λίγα και πέρασαν γρήγορα, οι Γερμανοί έφυγαν, λευθερωθήκαμε. Θυμάμαι, κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του δίχως φόβο, γέμιζε τους δρόμους φωνάζοντας από χαρά. Βγήκε κι εκείνος. Τραγουδούσε, χοροπηδούσε, αγκάλιαζε τους φίλους του, έτρεχε από σπίτι σε σπίτι να βρει γνωστούς. ΕΠΟΝίτες.
»Όμως, ήρθε αυτή τη τρομερή στιγμή των Δεκεμβριανών. Στο Παγκράτι γίνονταν μάχες. Ήταν κι αυτός. Το μάθαμε μετά. Μετέφερε πολεμοφόδια! Μας τον έφεραν μισοπεθαμένο, αιμόφυρτο. Τον είχε γαζώσει ένα αυτόματο, το στήθος, από πάνω δεξιά μέχρι αριστερά κάτω στη κοιλιά, ήταν μια γραμμή από σφαίρες… Δεν μπορούσε να μιλήσει. Έφτυνε αίμα και πνιγόταν. Θαύμα ήταν που ήταν ακόμη ζωντανός. Εμείς, σαν τον είδαμε, αρχίσαμε να ουρλιάζουμε! Μας πήραν και μας πήγαν σ’ ένα γειτονικό σπίτι… Εγώ έκλαιγα, ήθελα να είμαι μαζί του. Αλλά, δεν μ’ άφησαν… Στο τέλος, ξεψύχησε. Έπειτα τον πήραν. Δεν μας τον έδιναν. Το ΕΑΜ.
Τότε τα μάθαμε όλα! Δεν ήταν πια δικός μας. Εκείνοι ετοίμασαν και του έκαναν την κηδεία στον Βύρωνα. Ήταν σούρουπο. Μια απέραντη ουρά ακολουθούσε το φέρετρο, (ήταν και άλλοι νεκροί), κρατούσαν κεριά και τραγουδούσαν το “επέσατε θύματα, αδέρφια…”
»Η καημένη η μάνα μου δεν ήξερε τίποτα. Ήταν στη Μάνη, στο χωριό. Μάζευε ελιές. Στο Γερολιμένα, όταν έφτασε πλοίο από Πειραιά, κάποιος της λέει: “Ο γιος σου έχει τραυματιστεί”. “–Ο γιος μου έχει τραυματιστεί; Ποιος είσαι σύ;” “–Η Στεφανάκου δεν είσαι;” “–Ναι” “–Ο γιος σου είναι στο ΕΑΜ, στην Αθήνα γίνονται μάχες με τους Εγγλέζους, τον πυροβόλησαν ενώ μετέφερε πολεμοφόδια, λυπάμαι πολύ…”
»Η μάνα μου κοίταξε τον άντρα σαν να μη πίστευε στ’ αυτιά της κι έβγαλε μια κραυγή που όσοι ήταν εκεί είπαν ότι θα ράγιζαν τα βουνά. Της είπαν ψέμματα! Φοβήθηκαν ότι δεν θ’ άντεχε τον πόνο μόνη. Και πήρε τον δρόμο για την Τρίπολη, με τα πόδια… Δεν άντεχε να περιμένει το επόμενο πλοίο και ξεκίνησε με τα πόδια να φτάσει στην Τρίπολη να πάρει το τρένο! Μαζί με την θεία την Νίτσα, που είχε πάει στο χωριό για να τη βοηθήσει στις ελιές, ως η μεγαλύτερη κόρη που ήταν.
νεα γενια επον (1)
»Περπατούσαν μέρα-νύχτα και έτρωγαν παξιμάδια… Δυο γυναίκες μόνες. Τελικά τα καταφέρνουν, φτάνουν στην Τρίπολη. Παίρνουν το τρένο κι εν τέλει φτάνουν στον Πειραιά. Κι από κει στον Βύρωνα. Την καταλάβαμε ότι έφτανε σπίτι, γιατί πριν φτάσει στο κατώφλι ακούγονταν από μακριά τα κλάματά της… Ο πατέρας μου πρόλαβε κι άνοιξε την πόρτα. Πέρασε το κατώφλι, κατέβηκε διστακτικά τα σκαλοπάτια και δίχως να μιλήσει την κοίταξε μέσα στα μάτια… Η μάνα μου όταν έφτασε και τον είδε έτσι χλωμό κι ακίνητο, τα κατάλαβε όλα!
Και τα κλάματα έγιναν πια οιμωγές! Όρμησε μέσα να τον αναζητήσει… Η κακομοίρα δεν ήξερε τίποτα. Έμπαινε κι έβγαινε απ’ το ένα δωμάτιο στ’ άλλο. Κι αφού είδε ότι δεν ήταν εκεί βγήκε αλλόφρων ρωτώντας που ήταν.
Τότε της είπε όλη την αλήθεια ο πατέρας. Προσπάθησε να την πιάσει, δεν ήθελε κανέναν. Άρχισε τα μοιρολόγια, σπάραζε, εμείς ανατριχιάζαμε, τρομάζαμε και σχεδόν δεν αναγνωρίζαμε τη μάνα μας. Το σπίτι βάρυνε. Όλοι φορούσαν μαύρα. Οι καθρέφτες καλύφθηκαν με σεντόνια και οι χειροποίητες χαρούμενες κουρτίνες που μας είχε δώσει η γιαγιά, βγήκαν και στη θέση τους μπήκαν μαύρες! Ο πατέρας μας στην αρχή είχε αντιμετωπίσει ψύχραιμα τον σκοτωμό του Αντρέα. Μα σαν ήρθε η μάνα μας, κι όλο το σπίτι έγινε μαύρο, ράγισε κι αυτός κι άρχισε να σκελετώνεται το πρόσωπό του από την αφαγία. Στο τέλος, έχασε την αυτοκυριαρχία του και, μια νύχτα, πεταχτήκαμε από τα κρεβάτια μας. Ο πατέρας μας ούρλιαζε μπροστά σε μια φωτογραφία του Αντρέα και φώναζε: «Πού είσαι, Αντρέα μου! Γιόκα μου! Πού είσαι καμάρι μου! Πού είσαι, κορώνα μου! Αγόρι μου! Πότε θα δω ξανά το χαμόγελό σου! Αντρέα μου!» και χτυπιόταν και τραβούσε τα μαλλιά του. Από τότε έχω αυτές τις αναμνήσεις εφιάλτη. Ονειρεύομαι ότι είμαι στο δωμάτιο κι ότι ακούω τον πατέρα μου να ουρλιάζει ή βλέπω το τσακισμένο από τον πόνο πρόσωπο της μάνας μου να μοιρολογάει.
»Αγόρι μου, ήταν δύσκολες εποχές. Μαύρες. Κάθε οικογένεια είχε και μια τέτοια θλιβερή ιστορία. Οι περισσότεροι είχαν χάσει κάποιον δικό τους στον πόλεμο. Άλλος είχε βασανιστεί. Μία γειτόνισσα δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε η κόρη της… Μα το πιστεύεις; Για σένα, για σας, που είστε νέοι, ανησυχώ περισσότερο απ’ ότι θα ανησυχούσα αν ήταν σαν τότε… Τότε έβλεπες έναν εχθρό. Τώρα εχθρό δεν βλέπεις, λες κι είναι αόρατος. Τελικά, ποιος είναι ο εχθρός; Οι νέοι που ξέρουν τα πράγματα καλύτερα από εμάς• εσείς, εμείς γεράσαμε… πού είναι, ποιος είναι ο εχθρός;
»Ο θείος σου ο Αντρέας ήταν ένα διαμάντι. Δεν είχε προλάβει να ζήσει τίποτα, γιατί βλέπεις, ήταν πολύ ευαίσθητος και πήγε αδικοχαμένος. Η ζωή είναι μία πάνω μία κάτω. Θυσιάζονται οι νέοι, κι αυτός ο κόσμος παραμένει ίδιος. Αλλά, μετά σκέφτομαι, που πήγαινε και έδινε κρυφά το λάδι… και λέω καλά έκανε! Και τον θαυμάζω… Να…»
Την πήραν τα δάκρυα.
«Είναι ο αδερφός μου ξέρεις.
Και συγκινούμαι…»
*Γράφει ο Νίκος Γεωργαντώνης
5 Ιουνίου 2016, Καλαθάς

το διάβασα εδώ : http://agonaskritis.gr
admin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου