Σελίδες

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Το Γκαζιαντέπ, Αϊντάμπ έως το 1923, όταν τουρκοποιήθηκε το αρχαίο αραμαϊκό του όνομα, ήταν μια πόλη της ιστορικής Συρίας...

       


Η τραγωδία (Σάββατο 20/8) στα βάθη της Ανατολής μάς συντάραξε, επειδή έχουμε 
ταξιδέψει πολλές φορές σε αυτή την υπό ανάπτυξη περιοχή της Τουρκίας, και 
μας έβαλε σε μεγάλες σκέψεις. 
Ίσως το πρώτο ερώτημα είναι εάν βαραίνει στην πρόσληψη των γεγονότων 
η υποκειμενική σχέση, το βίωμα και οι αναμνήσεις. 
Αν, δηλαδή, θα αντιμετωπίζαμε με περισσότερη ψυχραιμία –ίσως και αδιάφορα,
 κουνώντας απλώς το κεφάλι– μια όμοιας διάστασης τρομοκρατική πράξη σε 
μέρη άγνωστα για εμάς· περιοχές της υφηλίου έξω από τον γνωστικό μας ορίζοντα, 
μακριά από τον συναισθηματικό μας κόσμο και την λησμονημένη συλλογική μνήμη 
(η οποία ορισμένες φορές αφυπνίζεται και μας ξαφνιάζει).
Το Γκαζιαντέπ, Αϊντάμπ έως το 1923, όταν τουρκοποιήθηκε 
το αρχαίο αραμαϊκό του όνομα, ήταν μια πόλη της ιστορικής Συρίας
Απέχει εξάλλου μόλις 60 χλμ από τα τουρκοσυριακά σύνορα. 
Ώσπου να το καταλάβουν οι Άγγλοι το 1919 κι αμέσως μετά οι Γάλλοι (1919-21), 
υπαγόταν από το 1516/17 στην οθωμανική επαρχία που είχε έδρα το Χαλέπι 
(τρεις ώρες απόσταση). 
Κι όποιος ταξίδεψε σε αυτά τα μέρη διαπίστωσε την ενότητα του χώρου, 
που διαμελίστηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο. 
Πάνω από όλα οι φιστικιές, αυτό το χαμηλό δεντράκι με τον πολύτιμο καρπό, 
σηματοδοτούν αυτόν το ενιαίο γεωφυσικό και πολιτιστικό οικοσύστημα. 
Μα είναι και οι ευωδιές, οι γεύσεις, οι φυσιογνωμίες πολλών από τους γηγενείς, 
τα όμορφα μάτια, τα λιανά σώματα των ανδρών, τα παλαιά αρχοντόσπιτα γύρω από 
το αίθριο με το σιντριβάνι και το γιασεμί στη μέση, οι χριστιανικές συνοικίες 
(κυρίως η εγκαταλελειμμένη αρμενική στο Αϊντάμπ), και οι υπέροχοι μπακλαβάδες 
(λιγότερο σιροπιαστοί στο Χαλέπι). 
Και είναι η Αντιόχεια, η ελληνιστική, ελληνορωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή πρωτεύουσα 
της Μέσης Ανατολής, το «επίνειο» και των δύο πόλεων της συριακής ενδοχώρας. 

Το Χαλέπι ζούσε με την έντονη μνήμη της χαμένης Αντιόχειας (που δόθηκε το 1939 
στην Τουρκία). Το Αϊντάμπ-Γκαζιαντέπ εκτουρκίστηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε 
αποκόπηκε πλήρως από τη συλλογική μνήμη χιλιετιών –
μολονότι η Αντιόχεια / Αντάκια βρέθηκε στην τουρκική επικράτεια.
         
Το πρόγραμμα της αλλοίωσης του παρελθόντος είχε πολλά στάδια: από την πλήρη υπανάπτυξη της περιοχής σε όλους τους τομείς και την εθνικιστική πλύση εγκεφάλου, 
με την παράλληλη εφαρμογή αυστηρότατων μέτρων σε βάρος των «αντιφρονούντων», καθώς και την απαξίωση οποιουδήποτε κτίσματος των κοντινών και μακρινών εποχών, 
έως και την απαγόρευση της χρήσης της αραβικής γλώσσας, την αλλαγή των ονομάτων 
και των επωνύμων, τις νέες ονομασίες παραδοσιακών φαγητών. 
Όλα πέτυχαν. 
Ακόμα και οι αρχαιότητες που έρχονταν στο φως καταχωνιάζονταν σε ένα μικρό τοπικό μουσείο, που έμοιαζε με παράγκα. Έτσι πέρασαν οι δεκαετίες της «ενσωμάτωσης» 
έως το 2000, όταν μπήκε σε εφαρμογή το αναπτυξιακό στάδιο. 
Πρώτα η μεταφορά βιομηχανικών μονάδων γύρω από το Γκαζιαντέπ, στο οποίο 
έρχονταν να εγκατασταθούν όπως-όπως χιλιάδες Κούρδοι από τα όρη του Αντίταυρου 
και τα παρευφράτεια μέρη. 

Οι περισσότεροι μετανάστες ήταν στην ουσία διωγμένοι από τους τόπους τους, 
όπου αφενός αποτελούσαν μόνιμο στόχο κι αφετέρου έχαναν τη γη τους, η οποία απαλλοτριωνόταν για να κατασκευαστούν τα πελώρια φράγματα στον Ευφράτη. 
Εξάλλου η εσωτερική μετανάστευση προς τα δυτικά και η εμφύτευση των Κούρδων 
στις παρυφές των αστικών κέντρων, με την παράλληλη καταστροφή του φυσικού 
και βιωμένου περιβάλλοντος στα εγκαταλελειμμένα μέρη, ήταν κεντρικό θέμα της 
τουρκικής πολιτικής. 
Οι βιομήχανοι ενισχύθηκαν πολλαπλώς από το κράτος κι εκείνοι, με τη σειρά τους, χρηματοδότησαν γενναιόδωρα την τοπική ποδοσφαιρική ομάδα (τι άλλο;), 
ώστε να ενισχυθεί το πατριωτικό-τοπικιστικό φρόνημα και να βρεθεί ένας κοινός τόπος 
με τους «ξένους», δηλαδή τους Κούρδους. Εδώ απέτυχαν. 
Αλλά ανάπτυξη σημαίνει κι άλλα πολλά πράγματα. 
Έτσι, το 2003, θεμελιώθηκε το νέο υπερσύχρονο Αρχαιολογικό Μουσείο για να 
στεγάσει κυρίως τα δεκάδες ψηφιδωτά δάπεδα που αποκάλυπταν οι επείγουσες αρχαιολογικές ανασκαφές, προκειμένου να προχωρήσουν τα φράγματα και τα άλλα 
δημόσια έργα. 
Ο χρυσός αιώνας των εργολάβων. 
Το 2005, γυρίστηκε στο Γκαζιαντέπ το σήριαλ «Σύνορα της αγάπης» που καθήλωσε 
την Τουρκία και την Ελλάδα (το 2006). 
Αγαπήσαμε τον κύριο Μπακλαβατζίογλου, λατρέψαμε τους μπακλαβάδες του, 
διασκεδάσαμε με τον Τούρκο εθνικιστή παππού και την Ελληνίδα εθνικίστρια γιαγιά, θαυμάσαμε τους πολύ καλούς ηθοποιούς, νοσταλγήσαμε τα δικά μας πατροπαράδοτα 
και γελάσαμε με την ψυχή μας. 


Ο καλύτερος τρόπος για να μάθει το τουρκικό κοινό το επαρχιακό και υπανάπτυκτο 
μέχρι πρόσφατα Γκαζιαντέπ και να ενισχυθεί ο εσωτερικός τουρισμός, αλλά να 
αποκτήσει το Γκαζιαντέπ μια θέση στον παγκόσμιο χάρτη. 
Παράλληλα, θεμελιώθηκαν τρία πολυτελή ξενοδοχεία (άφατης γκλαμουριάς και κακογουστιάς). 
Έτσι, ήρθε το μεγάλο τουριστικό κύμα. 
Τα περίφημα ψηφιδωτά στο μουσείο, όπου βλέπεις τη συνέχεια της ελληνιστικής τέχνης 
και την έντονη επιρροή της σελευκιδικής Αντιόχειας, ήταν ο πόλος έλξης. 
Αναπάντητο παραμένει το ερώτημα αν όλος αυτός ο αρχαιολογικός και καλλιτεχνικός πλούτος έχει κάποια θέση στη σύγχρονη ζωή του τόπου ή εξυπηρετεί αποκλειστικά 
την τουριστική βιομηχανία.
Με πάμπολλα ευρωπαϊκά προγράμματα πραγματοποιήθηκε ταχύτατα και η 
«αναπαλαίωση» του ιστορικού κέντρου. 
Το κάστρο, με φάσεις από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι τα οθωμανικά, καθαρίστηκε 
(και φρικώδη αγάλματα πολεμιστών διαφόρων εποχών το τριγύρισαν). 
«Έχει Ακρόπολη και το Γκαζιαντέπ» έλεγαν οι Μπακλαβατζίογλου στους Έλληνες συμπεθέρους. Τα αρμένικα αρχοντόσπιτα έγιναν καφέ και μπαράκια. 
Μερικά από τα οθωμανικά χάνια «αναστηλώθηκαν» με τον γνωστό τρόπο των 
εργολάβων του ερντογανικού περιβάλλοντος (ακόμα και οι υδρορρόες τοποθετήθηκαν ανάποδα, δηλαδή προς τα μέσα αντί προς τα έξω, αλλά ποιος δίνει σημασία σε 
τέτοιες λεπτομέρειες όταν ρέει το ευρωπαϊκό χρήμα). 
Το παλαιό και παραμελημένο παζάρι γέμισε με τουριστικά. 
Το αεροδρόμιο έγινε διεθνές. 
Αρχαιολογικοί χώροι στα πέριξ έγιναν φροντισμένα αρχαιολογικά πάρκα. 
Το μουσείο, που εγκαινιάστηκε στις 20/6/2005, ήταν τόσο κακοφτιαγμένο, ώστε αποφασίστηκε να χτιστεί νέο υπερσύχρονο μουσείο. 
Με συνοπτικές διαδικασίες πάντα και απόλυτη «διαφάνεια».
Ώσπου, πέντε-έξι χρόνια μετά την έναρξη της νέας λαμπρής εποχής, ξέσπασε 

ο πόλεμος στη Συρία. 
Η εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο και οι επιλογές της είναι πλέον γνωστές. 
Αλλά παραμένουν άγνωστες οι συνθήκες διαβίωσης των περίπου τριών 
εκατομμυρίων προσφύγων που κατέκλυσαν τη χώρα. 
Τα περισσότερα στρατόπεδα (προσφυγικοί καταυλισμοί) βρίσκονται στην 
ευρύτερη περιοχή του Γκαζιαντέπ.
Όμως, ένα από τα πολλά ερωτήματα είναι αν όλα αυτά τα χρόνια της 
τουρκοποίησης κατάφερε ο τουρκογενής έστω πληθυσμός του Γκαζιαντέπ να 
συγκροτήσει τις βάσεις ώστε να διαμορφωθεί σε κοινωνικό σύνολο. 
Αν συμφιλιώθηκε με το απαγορευμένο παρελθόν, αν απέκτησε νέους κοινούς κώδικες, 
πέρα από το ποδόσφαιρο και τον πλουτισμό, αν δημιούργησε μια διαστρωματομένη 
αστική τάξη, αν εκφράστηκε πολιτιστικά, αν υιοθέτησε κάποιες από τις βασικές αρχές 
της δυτικής δημοκρατίας, ή αν παρέμεινε ανερμάτιστος ώσπου να αρχίσει η 
διαβρωτική λειτουργία του τουρκοϊσλαμικού φονταμενταλισμού από τον καιρό 
των πρώτων αναπτυξιακών προγραμμάτων, δηλαδή στις αρχές του 21ου αιώνα. 
Και σε ποιόν βαθμό οι κώδικες του φονταμενταλισμού αντικατέστησαν όλα όσα 
χρειάζεται για να αποκτηθεί η κοινωνική συνοχή και να καλυφθεί η ανάγκη του ανήκειν.
Ένα ακόμα θέμα είναι αν κατάφεραν οι Κούρδοι να ενσωματωθούν έστω και ελάχιστα 
στη ζωή του Γκαζιαντέπ (των δύο εκατομμυρίων κατοίκων) ή αν διατήρησαν πεισματικά 
τα δικά τους έθιμα και τις αρχές της φυλετικής ιεραρχίας. 
Και πώς λειτουργούν άραγε οι άγραφοι κώδικες των βουνών στα παραπήγματα 
μιας πόλης, που δύσκολα την αποκαλείς αστικό κέντρο. 
Χωριά ολόκληρα και πολυπληθή τσομπαναριά έχουν μεταφερθεί σε γερμένες 
πολυκατοικίες, οι περισσότερες από τις οποίες δεν έχουν ούτε θεμέλια, ενώ 
η παροχή νερού φτάνει μόνο μέχρι το ισόγειο. 
Πώς πραγματοποιείται η αστικοποίηση; 
Πώς διαπερνούν τους ετοιμόρροπους εκ κατασκευής τοίχους τα αστικά πρότυπα; 
Πώς και πού συγχρωτίζονται οι Κούρδοι με τους άλλους; 
Όταν φεύγει κάποιος Κούρδος για να πάει να βρει αλλού δουλειά, κατεβαίνει όλο 
το σόι στον σταθμό και στήνει τον χορό του αποχαιρετισμού. 
Με νταούλια. Σκηνές απερίγραπτες. 
Τον Ιούνιο του 2005 είχαμε παραβρεθεί, απρόσκλητοι, σε έναν γάμο. 
Κυριακή μεσημέρι με αφόρητη ζέστη σε μια αλάνα, ανάμεσα σε δυο 
κουρελοπολυκατοικίες. Ανείπωτη φτώχεια. Αδιανόητη. 
Μας καλοδέχτηκαν, μας φίλεψαν από ένα καζάνι που έβραζε πάνω σε ένα βαρέλι 
φερμένο από βενζινάδικο, μας εξήγησαν ότι στο αυτοκίνητο που έφερε τη νύφη και 
τους (7-8;) συγγενείς της είχε μπει ο πατέρας του γαμπρού για να διαπραγματευτεί 
την τελική προίκα, κι αφού πέρασαν είκοσι λεπτά, έγινε η σύντομη τελετή κι άρχισε 
ο χορός με νταούλια. 
Σύννεφα η σκόνη, μαύρα (νοικιασμένα;) κουστούμια οι στενοί συγγενείς, μακριά 
νάιλον παραδοσιακά φορέματα οι γυναίκες, αλλά και παντελόνια οι νεότερες, 
βαμμένα κόκκινα μαλλιά νέες και ηλικιωμένες, ελάχιστες μαντήλες, πολλά 
κοκαλιάρικα παιδάκια. 
Από χθες συζητούμε εκείνη την εμπειρία με τους συνταξιδιώτες που έτυχε να 
βρεθούμε στη γαμήλια αλάνα. 
«Νιώθω σαν να έγινε το κακό στη γειτονιά μου, τόσο κοντά τους αισθάνομαι αυτούς 
τους ανθρώπους» είπε μία φίλη. 
Μα η φρίκη δεν κουβεντιάζεται. 
Και ο βομβιστής ήταν δεν ήταν δεκατεσσάρων χρονών, σύμφωνα με επίσημη 
τουρκική ανακοίνωση. 
Ο στόχος ήταν σαφέστατα το γλέντι των Κούρδων την παραμονή ενός γάμου. 
Παιδιά τα περισσότερα θύματα. 
Ο πόλεμος που διεξάγεται στη Συρία από το 2011 πέρασε τα σύνορα. 
Ο ζόφος διαχέεται και μια νέα γενιά δηλητηριάζεται συστηματικά, δίχως να μπορεί 
ή να θέλει κανείς να επέμβει στο κοινωνικό και ανθρωπιστικό πεδίο. 
Μαριάννα Κορομηλά


[Οι φωτ που δημοσιεύουμε είναι από την πλουσιότατη φωτοθήκη του Dick Osseman, 
όπου μπορείτε να βρείτε χιλιάδες φωτογραφίες. Τα πνευματικά δικαιώματα του ανήκουν. 
Οι φωτ του Αρχείου μας από το Γκαζιαντέπ και το Αρχαιολογικό Μουσείο βρίσκονται ακόμα 
στο στάδιο της ψηφιοποίησης και τεκμηρίωσης. 
Σήμερα, για το πρώτο μέρος του εικονογραφικού υλικού διαλέξαμε μερικά από τα δεκάδες επιδαπέδια ψηφιδωτά που προέρχονται από το παρευφράτειο Ζεύγμα, πόλη που ίδρυσε 
πιθανότα ο Σέλευκος Α΄ ο Νικάτωρ γύρω στο 300 π.Χ. και καταστράφηκε από τους Σασανίδες Πέρσες στα μέσα του 3ου μ.Χ. αι., καθώς και από άλλες αρχαίες θέσεις στον Νομό Γκαζιαντέπ.
 Ίσως να μοιάζουν από άλλο παραμύθι σε σχέση με το κείμενο, όμως αυτή είναι η 
πραγματικότητα και σε σχέση με το ίδιο το Γκαζιαντέπ. 
Το εικονογραφημένο ταξίδι σε αυτήν την άπολη-πόλη θα συνεχιστεί...

Ζητώ συγγνώμη για το μήκος του κειμένου, δεν ενδείκνυται για ΦΒ, 
το ξέρω, αλλά σε τέτοιες δραματικές καταστάσεις αισθάνομαι την ανάγκη 
να επικοινωνήσω σκέψεις, εμπειρίες και προβληματισμούς. 
Ελπίζω, τουλάχιστον, τα ψηφιδωτά να μας αποσπάσουν από τη μαυρίλα. 
Ευχαριστώ όσους άντεξαν να διαβάσουν έως και τούτη την αράδα, ΜΚ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου