Σελίδες

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Δέδυκε σελάνα...


Αμυδρό φως μουντού πρωινού ξεθωριάζει πάνω στην κορνίζα της. Ασπρόμαυρη
περασμένων καιρών, απόμακρα όμορφη, σοβαροχαμογελαστά μισάνοιχτα λεπτογραμμένα χείλη. Τα ξανθά, το ’ξερε ήταν ξανθά, κι ας φαίνονταν γκρίζα, (ή μήπως πάντα ήταν;), στην ασπρόμαυρη φωτογραφία μαλλιά της, διάδημα πάνω στο αριστοκρατικό κεφάλι. Γαλήνια μάτια, ακόμη τον κοιτάνε, πάντα έτοιμα να συγχωρήσουν. Βυζαίνει το άσπιλο στήθος της, αλαβάστρινο περιστέρι, που κοντανασαίνει, πάντα, στο μυαλό του.
Μια ηλιαχτίδα τρυπώνει στο μισόκλειστο αριστερό του μάτι. Αυτό το πρήξιμο κρατάει μέρες τώρα. Δεν πονάει, μα τον εμποδίζει να διακρίνει καθαρά τα περιγράμματα των μορφών.
Δίπλα στο κομοδίνο, σκαλιστός έβενος όπως και το βαρύ κρεβάτι, ένα κρυστάλλινο νεροπότηρο, άδειο, τιντινίζει, καθώς κάνει ν’ απλώσει το δεξί του χέρι και το βαρύτιμο δαχτυλίδι, «σ(υ)ν Θεώ 14 + 63», με δυσκολία διαβάζεται πάνω στη λαδοπράσινη πέτρα, χτυπά στο χείλι του ποτηριού.
Εν αρχή εποίησεν. Μα πριν, εν αρχή ήν ο λόγος. Γεννηθήτω φως και εγένετο φωσλόγος και στερέωμα και βοτανόχορτα και αστροφωστήρες, σημεία πορείας σε μέρες δύστοκες και ενιαυτούς αιώνων.
Και το ηλιοφέγγαρο να χωρίζει τα μερόνυχτα. Κι' η μαυροθεοφτέρουγη νύχτα το αυγό γεννάει και, να, από την ακατέργαστη πέτρα, στου Ελικώνα τις πλαγιές, το καθένα με το καθένα σμίγει, και ο άφθιτος θεάνθρωπος Διόνυσος Βάκχος ξαναγεννιέται.
Εκεί στα λασπόνερα, ο αγέραστος Ηρακλειτοχρόνος, σφιχτά, το αρσενικοθήλυκο αγκαλιάζει και το αιθεροερεβοχάος απ’ το τίποτα ξεπηδά. Κι ατέλειωτος, ο χωροχρόνος του τιποτατίποτα γεννά το τεράστιο ουράνιο αυγό, που σπάει κομμάτια.
Το τσόφλι του σπάζοντας ξεπηδά ο δισώματος μήτις, ούτις, φάνης. Φως.Να ο κανενοκαθένας καθνένας και όλα.
Ξαναενωμένα, τα πάντα χωρίζονται, και πίσω στο ένα, που τα γέννησε, ξαναγυρίζουν. Γη κι ουρανός αποτραβιούνται στα δικά τους τα μέρη και καρτερούν να ενωθούν ξανά, μέσα στις ψυχές. Η Ουρανογή ένα στα δύο κόπηκε. Φεγγάρι φεγγαροέρωτας. Ήλιος. Μεγαλομικραίνει, κυκλογυρίζοντας, απόσπερος, της Ελένης Αστάρτης γεννήτορας και της λαμποκοπούσας Φοίβης, της γλυκόφεγγης. Το φεγγαρόζωο στη μεγάλη φεγγαρογιορτή κουβαλά τα αυγά.
Και στο φως, στου Ελικώνα τις πλαγιές, ξαναγεννιούνται και γενούν, δαμναόμενοι, στην καρδιά και το νου, από την ακατέργαστη πέτρα:
Της Σαμοθράκης ο πεοπόθος. Ο Γεροτυφλός, στις αμμουδιές των αιώνων, κουτρουβάλησε τους τιτάνες, ανοίγοντας και δεύτερο μάτι στο μέτωπο του Κύκλωπα. Το μάτι του μυθόνειρου.
Κανένας. Κανένας δε μίλησε, πια, ξανά, για τον στραγγαλισμένο του μυστικού κύκλου του τετράφονου της υποτείνουσας…
Πόσο μακριά.
Τι βάρος σηκώνουν τώρα τα βλέφαρα του.
Αρμενίζει σε θάλασσες άγνωρες, χωρίς κουπιά, χωρίς κορμί, χωρίς χέρια, καβάλα πάνω στο κύμα ξενυχτά σε μια νύχτα οργίων, χωρίς συντρόφους πια.
Πώς φυσάει στα σοκάκια του κόσμου.
Σαν τότε, στο διώροφο μελανόσπιτο, της γκαζόλαμπας το φωτάκι να χορεύει στο τραγούδι του πουνέντε, μεγαλώνοντας τις σκιές των ονείρων, όταν τρίβοντας το κεφάλι του ανάμεσά στη διχάλα των ποδιών της, χαλάρωνε ηδονικά, και, δήθεν αδιάφορα, εκείνη ψαλίδιζε τα πόδια της γύρω στον λαιμό του..
Χρόνια πολλά, περασμένα, σε μια στιγμή τώρα πυκνωμένα, καλούν τη μάταιη ελπίδα.
Οι μουγγοί μίλησαν.
Τώρα, το παρελθόν απομακρύνεται στο βάθος ενός ατέλειωτου σκοτεινού ορίζοντα, ρουθουνίζοντας ξαναγεννημένο, αυτήν την τελευταία ώρα, γυριστοκλειδωμένο, σε έναν ολοένα και πιο ξέμακρο καλπασμό.
Καλό κατευόδιο. Ζωντανοί του σήμερα, πεθαμένοι χτες, θαμμένοι αύριο.
Είναι μακρύς ο δρόμος για την Παλιά Καμένη, τον Κολούμπο, τα Χριστιανά, τη Έξω Γωνιά, τη Μεσαριά, την Πάνω Μεριά, τον Πύργο, τον Βουρβούλο.
Είναι μακρύς ο δρόμος για το Λαύριο, με το τενεκεδένιο κυπελάκι για το μοιρασμένο γάλα και μια κουταλιά αηδιαστικό μουρουνόλαδο. Είναι μακρύς ο δρόμος για το Πράβι, μ’ ένα ξύλινο φορτηγό και τους κατσαπλιάδες, που έβλεπε εκείνη, να ξεφυτρώνουν από το πάτωμα.
Τι εξυπηρετεί να ληστεύεις τη μνήμη;
Ας λαλήσει ο λυκαυγής Πετεινός.
Αυτός, το πρώην στόμα, περιμενατζής στον γκρεμό της αβύσσου.
Κι αυτή μια πρώην βασιλομάνα να κανακεύει τον τσολιά της. Πληγές θανάτου και οι ζωντανοί τρέμουν.
Αλλά, η ζωή τρέχει κι οι μουγκοί μίλησαν!
Ξυπνάει;
Τεντώνει τα μέλη του πάνω στη ράχη της γαζέλας, γάμπα τριζάτη, πάντα πρόθυμη, για έναν κοπελοχορό η νύφη του σταυρού, Εύα του ποτέ. Σταυροπαντρολογιέται με τον Μοίραρχο της μοίρας της, κι Κολούμπος πυρώνει το στεφάνι της.
Με τις σαρανταδυό μελανοματιές του να γνέφουν αδιάντροπα. "Να σε χαρώ χαρά μου, ευχαρίστησέ με." Και ο κριός να κυνηγά την προβατίνα, με εικοσιένα τρόπους νάξιας γαλιφιάς, του κούρου των μελάνων.
«Κάνεις λάθος. Μεγάλο λάθος. Στερνογέννα εφτάτοκης μήτρας.», έλεγε ο Κύρης.
«Ναι κάνω απολύτως σωστολάθος. Μα πώς μπορώ αλλιώς; κοιτώντας τα μάτια του να σπιθίζουν; σκιρτώντας στα τσαλίμια του στο πανηγύρι του άι Θελέλη; Μουγκρίζοντας τον πόνο της άγριας αγάπης του;» απαντούσε η μονάκριβη Κόρη.
Κικιρίκουου…
Κοιμήσου. Αφήστε τον να κοιμηθεί Αυτά τα μαυροπούλια αξημέρωτα κρώζουν.
Νάτος, επιστρέφει· αναγεννημένος, στις πρωινές προσευχές της σαρκωμένος, ξυπνά αναστημένος από τη στερνή τιμωρία.
Γεννήτορας της πονηριάς, ανέμελος μεθυστακογλετζές καρδιοκατακτητής παρθένων και παραδομένων γυναικών. Επαρχιακός τραγουδιστής, στην άβγαλτη αρχοντοπούλα, της Θήρας καλλίφωνα τραγουδά:.
«Πρωίαν σε είδον, μαλλιά ξεπλεγμένα…».
Στο μπουντί της, ψηλά, εκείνη, τη χρυσαφένια κώμη της απλώνει στις ανταύγειες της Ηριγένειας του λυκαυγούς, που σκάει μύτη στην κορφή του Κολούμπου.
Αγιασμένη σ’ όλη της τη ζωή σύμφωνα με τον κανόνα του πατέρα, στου αφέντη της τη διαταγή, γυμνώνεται στο αφρισμένο κύμα, του γεννήτορα τη φωνή αμελώντας.
Λούζεται στην αφρισμένη αγκαλιά του σαλαμανδροτρίτωνά της. Έρωτας των καιρό των λανσελότων.
Κάτασπρα περιστέρια δυο, σπαρταρούν ποθοπλανταγμένα.
«Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι να σου χτίσω μία φωλιά», αηδονίζει.
Και αντηχεί ο καημός αφρισμένος κάτω στην καλντέρα, και ταξιδεύει με το κύμα στον πορθμό του Ευρίπου, πάνω κάτω κάθε έξι ώρες.
και γίνεται κυματοπάχνη στα πρίνα της βουνοκορφής του Παγγαίου όρους, για να καταλήξει νανούρισμα στην κούνια της Αράχοβας του νιογέννητου τσολιά της.
Κι' εκείνος, ο χωριάτης, των Μελάνων υπήκοος, ωραίος σαν Ελληνάρας του καιρού του, μακριά. Με τη λήθη στην μεθυσμένη του κούπα, με δυο τρεις τέσσερεις πέντε συντροφοφίλους, ευλογεί το κρασοβάρελο. Ανυποψίαστος, χίλιες εννιακόσιες σαράντα τρεις φορές, για τα γεννητούρια.
Χιονοδειπνεί κρασοδικαιωμένος, ταμπουρωμένος, στο παραγώνι, στην καλύβα της κρυψώνας του. Έτοιμος, σε μια στιγμή της ώρας, να σπάσει τον λαιμό του σιδερένιου σταυρού με τα στραμπουληγμένα άκρα, θρυμματίζοντας την ύβρι του ξενομπάτη σιδερόφρακτου της εταιρίας της Θούλης.
Τη μήτρα του φιδιού του γερμανικού ναζισμού και του αγκυλωτού σταυρού, της Σβάστικας, που μαγαρίζει το γαλανόλευκο του ουρανού και των αφροκυμάτων, με το μαυροκόκκινο χρώμα του αίματος και του θανάτου.
Αυτός, ένας χωριάτης. Ο εφημέριος της ηδονής, ο διακονιάρης της συμπόνιας. Ένα πάνφιλος. Ο εκσκαφέας του ολοκαυτώματος του άδηλου τάφου του, όπου, με κλειδαμπαρωμένη κλειδωνιά, θα θάψει το άφατο, ανήκουστο, μυστικό του. Ο κούρος των Μελάνων.
Τώρα στο «Σύνταγμα» δεν ακούγεται φωνή, για να τραγουδήσει, χωρίς κομπιάσματα, χωρίς άνομους δεσμούς και με γιγαντογύρους ελευθέρων σχημάτων, αυτήν τη μπαλάντα της νιότης του. Τα αυτογνώμονα παράσημα του πολέμου, στο προσκέφαλό της απουσίας του.
Αυτός, ο μοναχομονομάχος πάντα, και πάντα ελεύθερος. Αυτός, τώρα, παραμυθοπλασμένος, με το χρώμα της αλήθειας του στο πρόσωπό του, ευθύς, λεπτός, στιβαρός, ειρηνεμένος, έχοντας μπαλώσει τον διχασμό του, κι’ έχοντας λιμάρει τη φούρκα του, γαλήνιος πια, μέσα στη γαλήνη των ουράνιων μπαξέδων, αιωρείται.
Αστρόσκονη στον
χαόκοσμο κυνηγάει αστροσκονισμένες πεταλούδες.
Κ’ Εκείνη, με το τελευταίο μισό της αντιφώνησής του, ξαναγοράζει, δίπλα στο καντήλι της, που αχνοφωτίζει τον ΛαμπροΙήσού, την υποθηκευμένη της λέξη:
Αγάπη. Αγάπη τα πάντα χωράς. Αγάπη. Αγάπη, τα πάντα συγχωράς.
Οι σταγόνες της αγάπης, πάνω στο άμωμο νυφικό της, λαμπυρίζουν ξαναγεννημένες, κάθε φορά που η μπόρα της βίας του ληστή της ζωής της, μουλιάζει την ψυχή της.
Η αγάπη της ρίζωσε τεράστια, απέραντη, απέθαντη, όταν τη χόρεψε, αετοπετώντας, θεόμορφος στα μάτια της, ο εκατοντάκις βροντερός, ο καρδιοσείστης της καρδιάς της, ακάματος κι αδάμαστος, στο πανηγύρι της Παναγιάς.
Κι’ όταν, με πυρωμένα μάγουλα, κάθισε στο χορταριασμένο πεζούλι του μισογκρεμισμένου τοίχου της Παναγιάς της Μαρμαρίτισσας, πλάι σε μια φουντωμένη κερασιά, με την ανάσα κομμένη, από τα ταχυδακτυλουργικά του αγκαλιάσματα, άνθισε το νυφικό της με άνθη κερασιάς, έρωτα και αγάπης.
Οι ανθοσταγόνες της αγάπης έμειναν πάντα ανεξίτηλες . Κι αν κάποτε, έχαναν τη δροσιά τους, στου καιρού το ανεμογύρισμα, στου καστροσείστη της το σεισμό, «θα, ξανανθίσουν πάλι», ελεγεκαίκλαιγε.
Πια μην κοιμάστε. Τον γλυκό σας ύπνο αφήστε. Ξυπνήστε. Αφήστε να ξυπνήσουν οι μνήμες.
Ο Απόλλωνας ζωντανεύει τις συμπτώσεις, τις συν-πτώσεις, του νεκρόνειρου. Είναι ώρα. Τα πιο παράξενα που ποτέ υπήρξαν, στις εκατό και βάλε γύρες, που γυρόφερε τον χαόκοσμο, στις χίλιες και μια καλυτεροχειρότερες ονειρόμορφες μερονύχτες του, έχουν συμβεί. Και είναι θρυλημένα, με τα πιο παράξενα ρουνικά στα ταφοβιβλία της νέκυιας των ζωντανών νεκρών, και τραγουδημένα, με τους πιο αλλόκοτους ήχους, στις βουνοκορφές του χαόκοσμου.
Το νησί της Αίας, το ηλιοφωτισμένο νησί της κόρης του Θήρα και εγγονής του Ωκεανού, το νησί της μάγισσας Μάρως, ξεμακραίνει, καθώς αυτός λαμνοκοπώντας στο όνειρο, αγγίζει τη χώρα της Κιμέριας αιώνιας νύχτας. Της χώρας των νεκροκρύων.
Νεκρόδειπνο ετοιμάζει και καλεί. Μα αυτή δεν έρχεται. Η πεθαμένη έκλαιγε τον ζωντανό τον γιό της. «Την ευχή μου να’χεις.» Ένα φιλί την κράταγε από τότε ζωντανή, τη ζώσα πεθαμένη.
Τώρα, μια στήλη στέκει ασάλευτη δίπλα στο ψηλόκορμο δέντρο, που στήσανε, και στο χώμα φύτεψαν, αγκαλιασμένες, γαληνεμένες, πια, τις ψυχές τους…
Δέδυκε μεν α σελάνα
Και πλειάδες μέσαι δε
Νύκτες, παρ’ δ’ έρχεται ώρα,
Εγώ δε μόνα κατεύδω
Έδυσε η σελήνη 
κι οι πλειάδες˙ 
μεσάνυχτα, η ώρα περνά,
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.
Και γελάς φως λαμπερή μου!

*Ε.Ανευλαβης

*φωτό από i-rena

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου