Σελίδες

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

...έ ναί...συναντήθηκαν Βενέζης-Τερζάκης-Μυριβήλης-Καραγάτσης σ' ένα μυθιστόρημα...ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ

     
Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, για όσους δεν το ξέρουν, είναι ένα «συνεργατικό» μυθιστόρημα γραμμένο από τέσσερις συγγραφείς της γενιάς του 30:
Καραγάτση, Τερζάκη, Μυριβήλη και Βενέζη. 
Η ιδέα άνηκε στο Γιάννη Μαρή, οι συγγραφείς πείστηκαν παρόλες τις αμφιβολίες τους 
και το αποτέλεσμα είναι συγγενές ως προς το συγγραφικό πνεύμα, με τον εμπνευστή 
του εγχειρήματος (εγκλήματα και η εξιχνίαση τους, πάθη με φόντο την Αθήνα κλπ).
Κάθε εβδομάδα, ξεκινώντας από τις 2 Μαρτίου του 1958 και για 8 εβδομάδες, ένας 
από τους συγγραφείς έγραφε ένα κεφάλαιο χωρίς καμία συνεννόηση με τους υπόλοιπους- πιάνοντας την ιστορία από εκεί που την είχε αφήσει ο προηγούμενος. 
Κεντρική ηρωίδα η Ελισάβετ Μανιάτη ή «Νενέλα». 
Τα κεφάλαια δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Ακρόπολις».
Η σειρά (Μυριβήλης, Καραγάτσης, Τερζάκης και Βενέζης) προέκυψε μετά από 
κλήρωση και παρέμεινε ίδια και στους δύο κύκλους. Έτσι ο Στρ. Μυριβήλης έθεσε 
τα θεμέλια και ο Ηλίας Βενέζης έγραψε τον επίλογο του μυθιστορήματος, που 
δημοσιεύτηκε στις 26 Απριλίου του ’58.
Το εγχείρημα έτυχε μεγάλης αποδοχής, ενώ το όνομα προέκυψε μέσα από 
προτάσεις των αναγνωστών.
Οι Βενέζης και Τερζάκης έμελλε να φύγουν και οι δύο από τη ζωή στις 3 Αυγούστου, του 1973 ο πρώτος και του 1979 ο δεύτερος.
image
ΚΡΙΤΙΚΗ
Την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 1958 στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Ακρόπολις», 
μαζί με τις τεμαχισμένες φωτογραφίες τεσσάρων ανδρών που συνοδεύονταν από ένα ερωτηματικό για την ταυτότητά τους, εμφανίστηκε το εξής κείμενο: 
«Τέσσαρες Ελληνες, κορυφαίοι εις το είδος των, θα δώσουν από των στηλών της "Ακροπόλεως" κάτι που θα αφήσει εποχήν ­ Από την Κυριακήν 2 Μαρτίου». 
Σε επόμενο φύλλο της εφημερίδας οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν ολόκληρες αποκαλύπτοντας τα πρόσωπα τεσσάρων γνωστότατων συγγραφέων ενώ το συνοδευτικό κείμενο διασαφήνιζε το εγχείρημα: 
«Καθένας από τους τέσσαρες συγγραφείς θα γράφη επί μίαν εβδομάδα "Το μυθιστόρημα των 4" και θα αφήνη να συνεχίζη ο επόμενος. Αλλά μεταξύ των συγγραφέων δεν θα υπάρχη προσυνεννόησις διά την πλοκήν του έργου. Ο καθένας θα το σταματά και θα το συνεχίζη κατά την κρίσιν και την φαντασίαν του. Είνε, λοιπόν, πραγματική λογοτεχνική σκυταλοδρομία».

Ύστερα από κλήρωση, πρώτος πήρε τη σκυτάλη ο Στράτης Μυριβήλης, ο οποίος την Κυριακή 2 Μαρτίου δημοσίευσε το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, που το συνέχισαν οι Μ. Καραγάτσης και Αγγελος Τερζάκης και το ολοκλήρωσε στις 26 Απριλίου ο Ηλίας Βενέζης. Η ιδέα του λογοτεχνικού εκείνου εγχειρήματος ανήκε στον Γιάννη Μαρή: αυτός επέλεξε τους τέσσερις συγγραφείς της λεγόμενης γενιάς του 30 ­αγνοούμε με ποια κριτήρια και αν η πρόταση έγινε και σε άλλους ομοτέχνους τους­ και αυτός τους έπεισε να δεχθούν. 

Στον πρόλογο του βιβλίου, γραμμένο από τον εκδότη του, διαβάζουμε ότι οι συγκεκριμένοι συγγραφείς «πείστηκαν ύστερα από πολλές αμφιβολίες» να λάβουν μέρος στο πείραμα, επομένως είχαν εκφράσει ενδοιασμούς για τη σκοπιμότητα ή την επιτυχία του. Το τελικό αποτέλεσμα, πάντως, ήταν αρκούντως ικανοποιητικό, δεδομένου ότι το μυθιστόρημα περιείχε όλα εκείνα τα συστατικά που ο Μαρής θεωρούσε απαραίτητο να συνυπάρχουν στις δικές του αστυνομικές ιστορίες: μυστήριο, δράση, αγωνία, έρωτας, εγκλήματα και έρευνες για την εξιχνίασή τους, αναδρομές στο παρελθόν, ιδιαίτερα στην περίοδο της Κατοχής, όταν ετίθεντο αντιμέτωποι ήρωες και προδότες.

Η ιστορία αρχίζει το 1920 στην Αίγινα, σε έναν ανεμόμυλο, και τελειώνει πάλι στην Αίγινα τρεις δεκαετίες αργότερα, το 1953, στον ίδιο ανεμόμυλο. Κύριος όμως χώρος δράσης των ηρώων της είναι η Αθήνα, όπου ύστερα από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο οι κάτοικοι προσπαθούν να επουλώσουν τις παντοειδείς πληγές τους. Μολονότι οι πολιτικές αναφορές απουσιάζουν, οι λεπτομέρειες για τα ήθη και τις ασχολίες των ανθρώπων εκείνης της εποχής αφθονούν. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι οι Αθηναίοι έβλεπαν ιταλικές νεορεαλιστικές ταινίες με την Αννα Μανιάνι, ότι στα νησιά του Αργοσαρωνικού κατέφθαναν ομάδες τουριστών, ότι οι κοσμικοί σύχναζαν στα μπαράκια της πλατείας Συντάγματος πίνοντας ουίσκι μαζί με τους αμερικανούς δημοσιογράφους ­ η αμερικανική παρουσία στην πολιτική ζωή της χώρας ήταν φανερή και απροκάλυπτη.


Στην Αίγινα, παλιά πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, με απομεινάρια παλιάς δόξας και κτίσματα ιστορικού ενδιαφέροντος ­τα αρχοντικά του Τρικούπη, του Καποδίστρια, των Βουλγαραίων, των Ζαΐμηδων­, ο Αντρέας Μανιάτης, ιδιοκτήτης μύλου και σαπουνάδικου, συλλαμβάνει τη νεαρή σύζυγό του σε ερωτικές περιπτύξεις με τον ανιψιό του. Η τιμωρία που επιβάλλει στους μοιχούς είναι τρομερή: ο ανιψιός ρίχνεται στο καζάνι με το σαπούνι και η γυναίκα δένεται γυμνή στη φτερωτή του ανεμόμυλου. Ο απατημένος σύζυγος εξαφανίζεται για πάντα ενώ η μοιχαλίδα σε κατάσταση παράκρουσης πλέον γίνεται σκεύος ηδονής των σεξουαλικά πεινασμένων αντρών της περιοχής. Καρπός του τυχαίου σμιξίματός της με ένα χωρικό είναι ένα κοριτσάκι, το οποίο μετά τον θάνατο της μητέρας του υιοθετείται από μια κυρία της καλής κοινωνίας. Όταν η κοπέλα μεγαλώνει, στέλνεται για σπουδές μουσικής και χορού στη Γερμανία, επιστρέφοντας δε στην Αθήνα αρχίζει επιτυχημένη καριέρα στο κρατικό λυρικό θέατρο ως Νενέλα. Στη διάρκεια της Κατοχής γίνεται μέλος παράνομης οργάνωσης αναλαμβάνοντας τη φροντίδα των φυλακισμένων πατριωτών και τη διενέργεια εράνων για τους αντάρτες του Ζέρβα.


Η γνωριμία της Νενέλας με τον Αμεντέο Μαντσίνι, λοχαγό του δικαστικού τμήματος της ιταλικής διοίκησης, γιο Ελληνίδας και ιταλού σταφιδέμπορου της Πάτρας, αλλάζει δραματικά τη ζωή της. Ο Μαντσίνι, που της δίνει πληροφορίες για καταδιωκόμενους Ελληνες της Αντίστασης, την ενημερώνει για την επικείμενη σύλληψη του ίλαρχου Μυλωνάκου, ήρωα του αλβανικού πολέμου και ηγέτη παράνομης οργάνωσης, αλλά, παρά τα ληφθέντα μέτρα, ο ίλαρχος συλλαμβάνεται, με αποτέλεσμα ο διχασμένος αξιωματικός ­ακροβατεί ανάμεσα στην αγάπη του για την Ελλάδα και στο χρέος του έναντι της Ιταλίας­ να σταλεί στο μέτωπο της Λιβύης.


Τα ερωτήματα για τον αναγνώστη αναδύονται στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, διατυπωμένα από τον Μ. Καραγάτση, συγγραφέα ­ανάμεσα στα άλλα­ του αστυνομικής 

υφής μυθιστορήματος «Ο κίτρινος φάκελος». 
Ποιος κατέδωσε τον ίλαρχο Μυλωνάκο; 
Ποιος έστειλε το ανώνυμο γράμμα-καταγγελία για τον λοχαγό Μαντσίνι; 
Ποιος γνώριζε τα απόρρητα στοιχεία ενός χαρτοφύλακα που αφορούν τη σχέση του Μυλωνάκου με τον Μαντσίνι;

Η Νενέλα, βλέποντας ότι την υποπτεύονται ως ένοχη προδοσίας και ότι την κυκλώνει ένας παράξενος κόσμος με κρυμμένα μυστικά, επιχειρεί να εξιχνιάσει τα αινίγματα και ταυτόχρονα να διαλευκάνει το σκοτεινό της παρελθόν, το οποίο συνδέεται με την Αίγινα. Επιστρέφοντας στο νησί των γονιών της για να ανακαλύψει τις ρίζες της, συνειδητοποιεί τους δεσμούς που ενώνουν τους ανθρώπους με την Ιστορία, η οποία μπολιασμένη συχνά με τη φαντασία θυμίζει πολλές φορές παραμύθι, αλλά τα μυστήρια εξιχνιάζονται από δύο αστυνομικούς συντάκτες ­ καθ ύλην αρμοδιότερους.


Το συλλογικό αυτό μυθιστόρημα έδωσε στους τέσσερις συγγραφείς ­όλοι ήταν ενταγμένοι στον κεντροδεξιό πολιτικό χώρο και είχαν συμμετάσχει σε αντιστασιακές δραστηριότητες 

την περίοδο της Κατοχής­ τη δυνατότητα να εκφράσουν διάφορες σκέψεις τους σχετικές με εθνικά και κοινωνικά θέματα. 
Ο Μ. Καραγάτσης (1908-1960) μιλάει για τους προδότες: «Ναι, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρχαν μερικοί προδότες, το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε φυλής. 
Όλοι τους όμως ήταν υποκείμενα ιδιοτελή, που πρόδιναν την πατρίδα τους κινημένοι 
από υλικό συμφέρον». 
Λέει ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) για τους προλετάριους: «Η ζωή στο λιμάνι, τόσο πρωί, έπαιρνε με τούτο το πλήθος που φώναζε το σκληρό της νόημα, το πρώτο. Ο αγώνας για το ψωμί, τον άρτον τον επιούσιον, ήταν πάνω απ όλα θεότητα που επόπτευε την κίνηση των ανθρώπων». 
Σημειώνει ο Αγγελος Τερζάκης (1907-1979) για τις φιλόδοξες νεαρές: «Ο κινηματογράφος τής είχε βάλει φωτιά στο αίμα. Εκείνη μια φορά ήταν ζωή, όπως τη βλέπεις στα κοσμικά φιλμ: δεξιώσεις, γουναρικά, διαδήματα, βίλες, καζίνα, κούρσες, κότερα...». 
Τέλος, ο Στράτης Μυριβήλης (1892-1969) διατυπώνει την εξής άποψη για τις εθνοκτόνες συγκρούσεις: «Ο πόλεμος είναι ένα φριχτό γεγονός έξω από τη θέλησή μας. Και μια φορά που θα γίνει κινείται μέσα σε μια δική του νομοτέλεια, μέσα σε μια δική του λογική που είναι έξω από κάθε λογική, μέσα σε μια δική του δικαιοσύνη που είναι η άρνηση της κάθε δικαιοσύνης».

Η επιτυχία του εγχειρήματος ­4.208 αναγνώστες πήραν μέρος στον διαγωνισμό για τον τίτλο του μυθιστορήματος, το πρώτο βραβείο δόθηκε στο «Μανιάτικο αίμα»­ ενθουσίασε τους εμπνευστές του. Έτσι η «Ακρόπολις» προανήγγειλε τη δημοσίευση ενός παρόμοιου μυθιστορήματος ­το διαφήμιζε επί μέρες ως το «Μυθιστόρημα των 90 ημερών»­ γραμμένου από 30 κορυφαίους πρωταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου! 

Πολλά χρόνια αργότερα, το 1987, το περιοδικό «Το τέταρτο» δημοσίευσε σε συνέχειες την «Αθέατη όψη», μια ιστορία γραμμένη εκ περιτροπής από έξι συγγραφείς: Δ. Νόλλας, Φ. Δρακονταειδής, Α. Κοτζιάς, Χ. Μηλιώνης, Γ. Γιατρομανωλάκης, Τ. Καζαντζής. 
Παρά το θετικό του πράγματος, το μυθιστόρημα δεν είχε την προσδοκώμενη επιτυχία, με αποτέλεσμα να μην εκδοθεί σε βιβλίο. 
Έκτοτε το εγχείρημα δεν επαναλήφθηκε ώσπου φθάσαμε στο «Παιχνίδι των τεσσάρων», μυθιστόρημα των Γ. Σκούρτη, Κ. Μουρσελά, Α. Σουρούνη, Π. Τατσόπουλου, που δημοσιεύτηκε στα «Νέα». 
Η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού στο ομότιτλο βιβλίο, το εκδοθέν από τον Καστανιώτη, θα προδιαθέσει ασφαλώς κάποιους συγγραφείς για παρόμοια μελλοντικά εγχειρήματα.
Φίλιππος Φιλίππου, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 17-05-1998
Το μυθιστόρημα των τεσσάρων   


ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ

Στρατής Μυριβήλης
[…]  Εκεί πάνω στο ναό της Αφαίας τους βρήκε το σούρουπο. Τους τύλιξε μέσα στη μαγεία του χωρίς να υποψιαστούν. Οι σκιές τους επλησίαζαν από παντού κι έκαναν τις ομάδες των πεύκων να σμίγουν στ’ απόμακρα. Το νησιώτικο μούχρωμα έκανε τα χρώματα πιο τρυφερά. Τα χρώματα της θάλασσας και των ανάγλυφων βουνών. Όλη αυτή η ειρηνική ατμόσφαιρα της ώρας και του τοπίου μέσα στην απόλυτη ησυχία έκανε τις καρδιές τους να συνεννοούνται μ’ ελάχιστα λόγια. Με ένα ναι, με ένα όχι, ένα «νομίζεις;». Κουβέντιαζαν καθισμένοι πλάι-πλάι στο αρχαίο μάρμαρο, που κρατούσε ακόμα μιαν ευχάριστη, ελάχιστη θαλπωρή από το ολημερινό χάιδι του ήλιου. Μιλούσαν με μια περίεργη ηρεμία, που ποτέ πριν λίγη ώρα δεν μπορούσαν να φανταστούν πως θα κυριαρχούσε πάνω στις επαναστατημένες των συνειδήσεις, που ειρήνευαν τώρα με τις αμοιβαίες των εξηγήσεις, γεμάτες από αυθόρμητη ειλικρίνεια. Δεν ύψωνε κανένας από τους δυο τους τον τόνο της φωνής, σα να μιλούσε ο καθένας με τον εαυτό του, ή σα να διηγότανε τα γεγονότα που συντάραξαν τη ζωή τους σε κάποιον τρίτο. Κι αυτός ο ανύπαρχτος τρίτος, που άκουγε τη διπλή αυτή εξομολόγηση, ήταν και μέσα στους δυο τους. Δε μιλούσε, μόνο δεχόταν τις ανακοινώσεις τους χωρίς αντίλογο, σα να ‘ταν τίποτα παλιές ιστορίες χωρίς σημασία.
  Υπήρχε στη συνομιλία αυτή ένας τόνος συγκρατημένος κι από τους δυο. Ένας τόνος σκεπασμένης τρυφερότητας, που κρυβόταν μέσα σε μια διάθεση μειλιχιότητας και τρυφερής ευγένειας. Κάπου-κάπου σταματούσαν να μιλάνε. Κοιταζόντανε μόνο στα μάτια αυτές τις ώρες της σιωπής, και στα μάτια τους δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο εξόν η πίκρα του παιδιού που πόνεσε πολύ, που τιμωρήθηκε πολύ για άγνωστο φταίξιμο. Ένα τριζόνι άρχισε να τρίζει τα έλυτρά του κρυμμένο στη ρίζα της κοντινής κολόνας. Ήταν σαν κάποιος να χούρδιζε ένα ρολόι της τσέπης.[…]

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

Μ. Καραγάτσης
[…]  Ο άνθρωπος πολλές φορές στη ζωή του, βρίσκεται αναγκασμένος να εκστομίσει την απειλή. Είναι η παρόρμηση, τα αφάρπαγμα της οργισμένης στιγμής, που συσκοτίζει το νου· που εξουδετερώνει το Υπερεγώ, το σφυρηλατημένο από τον αταβισμό αιώνων πολιτισμού, από καλλιέργεια και υποταγή στις κοινωνικές συνθήκες. Και φέρνει στην επιφάνεια το πρωτόγονο Εγώ, που ελλοχεύει ύπουλα στα κύτταρά μας· που μας το μετέδωσε, ανάμεσα από αναρίθμητες γενιές, με τα χρωματοσώματά του, ο απώτατος πρόγονός μας, ο τρωγλοδύτης, ο κτηνάνθρωπος· εκείνος που για να επιβιώσει, ν’ αναπαραχθεί και να κυριαρχήσει, άλλον τρόπο απ’ το φονικό δεν ήξερε.
  Την εκστομίζουμε την απειλή· κι η πρόθεσή μας είναι, εκείνη τη στιγμή, συνεπής με τα λόγια μας. Εκείνη τη στιγμή… Τις πιότερες φορές το πρόσκαιρα παραμερισμένο Υπερεγώ επανέρχεται και μα ξανατοποθετεί στα πλαίσια της υποκειμενικής και αντικειμενικής ασφάλειας που μας προσφέρει ο πολιτισμός. Κι η απειλή απομένει απειλή…
  Αυτού του είδους η απειλή, όσο ειλικρινά κι αν εκστομίζεται, έχει εντός της το έωλο του ανέφικτου. Ηχεί ψεύτικα, κούφια, μάταια. Όταν όμως πηγάζει από απόφαση αδέκαστη, τότε λες και δεν τη λέει ο άνθρωπος· λες και απ’ το στόμα του ανθρώπου μιλάει το Πεπρωμένο. Λες κι ήρθε κιόλας ο Θάνατος· κι ετοιμάζεται ν’ ανοίξει τις σκοτεινές φτερούγες του και να χυμήξει στο ανέκκλητα καταδικασμένο σφάγιο.
  Έτσι πρέπει ν’ αντήχησε η φωνή του Αμενταίο Μαντσίνι τη στιγμή που εξήγγειλε την απειλή. Δεν ήταν απειλή, αλλά θετική προεξόφληση γεγονότος μελλοντικού και βέβαιου. Με μιας, άγνωστο πως, μπροστά στα μάτια της Ελισάβετ Μανιάτη σχεδιάστηκε η εικόνα ενός κουφαριού. Μπρούμυτα κειτόταν ο νεκρός της φαντασίας της, πάνω στα θυμάρια ενός δασωμένου λόφου, κάτω απ’ την παγερή μαρμαρυγή των μύριων αστεριών ενός διάφανα σκοτεινού ουρανού. Από μια μικρή τρύπα στο στήθος αργοκυλούσε, πάνω στα πράσινα θαμνόφυλλα, το απαίσιο πορφυρό ρυάκι…[…]

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ

Άγγελος Τερζάκης
[…]  Η κοινωνική ζωή είναι μια φαντασμαγορία από αστερισμούς που δεν έχουν μόνον αστέρια πρώτου μεγέθους, και τα τρίτου, παίζουν εκεί το ρόλο τους. Όλα χρειάζονται, ακόμα και τα πιο ταπεινά. Η δεσποινίς Φρόσω Ματθαιάκη, αστέρι μάλλον τρίτου μεγέθους ως τώρα στον ουρανό της αθηναϊκής ζωής, έβλεπε ξαφνικά τον εαυτό της να προβιβάζεται, ν’ ανυψώνεται, να περιζώνεται με την αίγλη της υψηλής κοινωνίας.
  Εδώ και δυο εικοσιτετράωρα ζούσε σα μέσα σε όνειρο. Ένα όνειρο συναρπαστικό. Δακτυλογραφάκι – όπως και να το κάνεις – άσημο ως τώρα, παγκρατιώτισσα γέννημα-θρέμμα, κορίτσι οικογενείας αστικής αλλά ξεπεσμένης, η δεσποινίς Φρόσω είχε, φυσικά, τις ιδέες της. Ιδέες μεγαλεπήβολες όσο και προσεχτικά παραχωμένες: να εφοπλιστεί όσο πρέπει για την ώρα της μεγάλης μάχης, που σου δίνει την κυριαρχία της σύγχρονης ζωής. Να μη περιοριστεί στον κύκλο της γειτονιάς της, του κόσμου της, αλλά να σημαδέψει πιο ψηλά, όσο παίρνει ψηλότερα. Να κάνει ό,τι περνάει από τα χεράκια της – χεράκια αβρότατα, παχουλά, φτερωμένα πάνω στη γραφομηχανή, τρομερά επιδέξια – για να «ανέβει». Αχ αυτό το ανέβασμα, η ανάρρηση στις υψηλές κοινωνικές σφαίρες, ο ίλιγγος και το πάθος. Μάτι δεν έκλεινε ολάκερες νύχτες η δεσποινίς Φρόσω Ματθαιάκη για να πλάθει με το νου της τα οράματα της αυριανής, της περιπόθητης ζωής. Ο κινηματογράφος της είχε βάλει φωτιά στο αίμα. Εκείνη μια φορά ήταν ζωή, όπως τη βλέπεις στα κοσμικά φιλμ: δεξιώσεις, γουναρικά, διαδήματα, βίλες, καζίνα, κούρσες, κότερα, Κυανές Ακτές, ερωμένοι διπλωμάτες, πρίγκιπες, μαχαραγιάδες, περιπέτειες, σκάνδαλα, θρίαμβοι. Να σου πιάνεται η ανάσα. Και η δεσποινίς Φρόσω – το Φροσάκι της πλατείας Πλαστήρα – είχε κάνει μέσα του επίσημο όρκο, φοβερό, ή να πραγματοποιήσει μια μέρα τ’ όνειρό του ή, αν τυχόν το ιδεί να ξεφτάει, ν’ αυτοκτονήσει με βερονάλ – μια κι όξω. Ή του ύψους ή του βάθους.
  Προς τιμήν της ωστόσο θα ομολογήσουμε πως, για να βάλει σ’ εφαρμογή τη φιλοδοξία της η Φρόσω, καταπιάστηκε σαν καλός στρατηγός: καμιά βιασύνη, καμιά προχειρότητα, εγκατάλειψη στην τύχη. Εξοπλισμός, αντίθετα, ως τα δόντια. Κι όχι μόνον εξωτερικώς, σε πνευματικά εξαρτήματα. Γι’ αυτό είναι που στρώθηκε κι έμαθε τα γαλλικά, τ’ αγγλικά, στην εντέλεια. Γι’ αυτό η στενογραφία. Αλλά γι’ αυτό και το επιμελέστατο διάβασμα ξένων βιβλίων, περιοδικών, κάθε έντυπου που μπορεί ν’ αναπτύξει το πνεύμα σου, να σου δώσει γνώσεις, κοινωνικό αέρα. Που ξέρεις τι σου λαχαίνει αύριο; Γίνεσαι κυρία του κόσμου, γυναίκα πολιτευομένου, οικονομολόγου, μπορεί και πρέσβειρα. Πρέπει να μπορείς να τα βγάλεις πέρα.[…]

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

Ηλίας Βενέζης
[…]  Ήθελε ν’ ακουμπήσει σε κάτι στερεό, σε μια στιγμή της αιωνιότητας, να τα μετρήσει όλα τούτα με μέτρα μεγάλα, για να δει πόσο είναι εφήμερα, να γαληνέψει. Κοίταξε τη θάλασσα, την εξαίσια γαλάζια θάλασσα, την ελληνική, τα βουνά που τη ζώναν, τα νησιά, τα χρώματα. Άνοιξε το μικρό ταξιδιωτικό βιβλίο που είχε πάντα στη βαλίτσα της. Άρχισε να διαβάζει αφηρημένα:
  «… Ο ήλιος χαμηλώνει στο βάθος των Κυκλάδων. Όλα είναι ήμερα και ζεστά. Τίποτα που να φωνάζει, τίποτα πάνω από την αντοχή του ανθρώπου: και η θάλασσα, κι ο ουρανός, και τα νησιά. Τίποτα το ατέλειωτο, το μη καθορισμένο. Λες: ¨Αυτή η θάλασσα κι αυτός ο ουρανός κι αυτά τα νησιά είναι του χεριού μου. Θα μπορούσα ν’ αντιμετρηθώ μαζί τους¨. Κι αυτό, που είναι ήδη ένας τρόπος συνεννοήσεως, είναι στο απώτατο βάθος η ουσιαστική δύναμη που κίνησε όλον τον πολιτισμό του Αιγαίου. Οι άνθρωποί του δεν είχαν να κάνουν με το αχανές και με το αβέβαιο. Μπροστά τους, στο βάθος του ορίζοντα, με γραμμές ανάλαφρες που στυλώνονταν μέσα απ’ τα κύματα σα να ήταν όνειρο, όμως περιγραμμένο πάντα και αναμφισβήτητο, τους καλούσε ένα νησί, μια στεριά, σκοπός βέβαιος. Έμαθαν να γυρεύουν πάντα, να’ χουν πάντα ένα σκοπό, να μη σταματούν ποτέ στη μέση του δρόμου, να τελειώνουν πάντα το έργο που καταπιάνονταν. Έμαθαν να είναι δυνατοί, ξέροντας πως η δύναμη γίνεται πολλές φορές ταυτόσημη με το πεπρωμένο, έμαθαν να είναι ξύπνοι και σβέλτοι.  Και προ πάντων έμαθαν να δουλεύουν σε κείνη την ασύλληπτη δύναμη, που έβαλε στο μέτωπο του λαού αυτού βούλα πύρινη, τη σφραγίδα της δωρεάς: έμαθαν να δουλεύουνε στη φαντασία. Ζώντας στη μαγεία των νησιών τους, σ’ αυτό το απίθανο παιχνίδι φωτός και σκιάς, μάθανε να καταλαβαίνουνε τη μεγάλη ώρα της γης που τους προορίστηκε με το ένστικτο, που είναι βέβαια βαθύτερο απ’ το αίσθημα. Στεφανώσανε τα νησιά τους με τους ωραιότερους θεούς και τους ωραιότερους μύθους, αν όχι για τίποτα άλλο, τουλάχιστο για να παραβγούνε μαζί τους στη μορφιά. Για να μην έχουν να λεν τα νησιά πως αυτά στάθηκαν πιο δυνατά απ’ τον άνθρωπο, πως αυτός στάθηκε αδύναμος να υψωθεί ως τη μορφιά τους…»
  Η Ελισάβετ Μανιάτη σφάληξε το βιβλίο, σφάληξε τα μάτια. Η βαθύτατη καλλιέργειά της απ’ τον καιρό που σπούδαζε στη Γερμανία τη βοηθούσε να προσανατολίζεται αμέσως σε κάθε περιοχή γνώσης, να έχει εκείνη την άλλη αίσθηση, που δεν έρχεται από το θεό αλλά την κατακτά μόνος του, αν του είναι προορισμένο, ο άνθρωπος.[…]
τα αποσπάσματα από εδώ http://logotexnika.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου