Σελίδες

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

ΑΘΗΝΑ...οικία Κωσταντίνου Παρθένη


Image result for οικια παρθενη ακροπολη





Από το 1923 έως το 1967, Στην συμβολή των οδών Ροβέρτου Γκάλη και Αρεοπαγίτου, ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη, δέσποζε η μοντέρνα κατοικία σε στυλ Bauhaus, του διάσημου όσο και πολύπαθου ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη.Ο Κωνσταντίνος Παρθένης υπήρξε ίσως ο πιο προοδευτικός καλλιτέχνης της εποχής του.

Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, με πολύχρονες σπουδές στην Βιέννη 
και το Παρίσι, φοίτησε δίπλα στους σημαντικότερους δασκάλους και εκφραστές 
της εποχής εκείνης και ακολουθώντας με πάθος το νεοφιλελεύθερο 
πρωτοποριακό κίνημα (sezession) επέστρεψε στη Ελλάδα όπου, λόγω της 
προοδευτικής τάσης και της φιλελεύθερης ιδεολογίας του συγκρούστηκε με 
τις κατεστημένες αισθητικές αντιλήψεις, αλλά και υπονομεύτηκε και διώχθηκε 
όσο κανένας άλλος. Υπήρξε αυθεντικός νεωτεριστής με θρυλική ζωή και 
πολυσύνθετο καλλιτεχνικό έργο.

Στην Αθήνα ήρθε για πρώτη φορά το 1903 με αφορμή τη Διεθνή Έκθεση Αθηνών, 
όπου βραβεύτηκε με το αργυρό μετάλλιο. 
Περιόδευσε σε Μακεδονία, Κωνσταντινούπολη και Πόρο, ζωγραφίζοντας 
νεοϊμπρεσιονιστικά τοπία και πορτρέτα. 
Έκανε την πρώτη του έκθεση στον Παρνασσό όπου τον ανακάλυψε 
ο εκκολαπτόμενος τότε τεχνοκριτικός Ζαχαρίας Παπαντωνίου, μετέπειτα 
υποστηρικτής του. 
Στον Πόρο όπου έμεινε για αρκετό καιρό για την σπουδαία αγιογράφηση 
του Αγ.Γεωργίου γνώρισε την μετέπειτα σύζυγο του Ιουλία Βαλσαμάκη, 
κορη πολιτικής οικογενείας, την οποία παντρεύτηκε στη Κεφαλονιά το 1909.
Image result for σπιτι παρθενη ακροπολη


Αμέσως μετά το γάμο μετακόμισαν και έζησαν για δύο χρόνια στο 
Παρίσι όπου και βραβεύτηκε για τον πρώτο του «Ευαγγελισμό», 
έργο που τον επέβαλε αργότερα στην Αθήνα, στην οποία επέστρεψε 
μόνιμα το 1917, λόγω επιμονής της συζύγου του.
Προτού μετακομίσουν στην Αθήνα ,έζησαν για αρκετά χρόνια στη Κέρκυρα 
όπου γεννήθηκαν τα δυο τους παιδιά, ζώντας μια άκρως κοσμοπολιτική ζωή, 
έχοντας άμεση επαφή με τη βασιλική οικογένεια και τότε ο Παρθένης 
απόκτησε το ενδιαφέρον του για τη βυζαντινή τέχνη η οποία τον εξέφραζε 
διακριτικά στην υπόλοιπη πορεία του.
Το 1917 μετακόμισαν στη Αθήνα όπου ο Παρθένης με το έργο και το λόγο του 
συνεχίζει να ταράζει τα λιμνάζοντα νερά της εγχώριας εικαστικής σκηνής. 
«Εις την τέχνην, έλεγε, πρέπει να μαχώμεθα εναντίον κάθε ελλείψεως πρωτοτυπίας».

Το 1920 έκανε τον πρώτο μεγάλο πάταγο με την ανεπανάληπτη για τα τότε 
ελληνικά δεδομένα αναδρομική έκθεσή του στο Ζάππειο έχοντας την αμέριστη 
στήριξη βενιζελικών πολιτικών και διανοουμένων. 
Ακολούθησε η απονομή, σε τελετή στην Ακαδημία, από τον ίδιο το Βενιζέλο, 
του Αριστείου Γραμμάτων και Τεχνών, για το έργο του «Ευαγγελισμός».
 Συγχρόνως όμως η ντόπια κριτική και το καλλιτεχνικό κατεστημένο 
δεν μπορούσαν εύκολα να αποδεχτούν ένα νεωτεριστή, που αγκαλιάζεται 
από πολιτικούς παράγοντες, αστικούς ακόμη και τραπεζικούς κύκλους. 
Το έργο του, με τίτλο «Αιών Περικλέους - Αιών Βενιζέλου», ένα 
ριζοσπαστικό έργο γεμάτο απλουστευτική αλληγορία ήταν αυτό που έριξε 
λάδι στη φωτιά εναντίον του σε μια εποχή φορτισμένη πολιτικά.
Οι συντηρητικοί καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών πήραν τα μέτρα τους 
εναντίον του νεωτεριστή, μοντέρνου και δημοκράτη ζωγράφου: 
καταψήφισαν την υποψηφιότητά του, το 1923, για την έδρα ζωγραφικής 
δίνοντάς την στον μετριοπαθή Νίκο Λύτρα.
Έναν χρόνο μετά ο Παρθένης ξεκινά να κτίζει σε σχεδία δικά του και με τη 
πολύτιμη βοήθεια του φίλου του αρχιτέκτονα Δ.Πικιώνη τη διάσημη κατοικία 
στην Ακρόπολη, το μυθικό αυτό σπίτι συμβολικά στους πρόποδες της Ακρόπολης, 
στο οποίο έμελλε δεκαετίες αργότερα να έχει άδοξο τέλος. 
Η κατοικία ήταν άκρως εντυπωσιακή για την εποχή της καθώς ακολούθησε πιστά 
τους όρους της σχολής Bauhaus του πρωτοπόρου Le Corbusier, 
του μοντέρνου δηλαδή γερμανικού κινήματος του 1918. 
Ένα τετραγωνισμένο χαμηλό κουτί με λιτά ανοίγματα και εξώστες χωρίς 
κανένα περιττό διάκοσμο, σεβόμενη απόλυτα τον ιερό χώρο γύρω του και 
την ξεχωριστή απ’ευθειας θέα του Παρθενώνα τον οποίο απέδωσε σε πάμπολλα 
έργα του με την ξεχωριστή ματιά του. 
Σε αυτό το σπίτι έζησε με την οικογένεια του για τέσσερις περίπου δεκαετίες 
μεγάλες δόξες και κοσμική ζωή, παραθέτοντας δεξιώσεις, εκδηλώσεις και ομιλίες 
και φυσικά εκεί διατηρούσε το περίφημο εργαστήριό του.
Τελικά κατάφερε να γίνει καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών το 1929 μετά 
την επανεκλογή του Ε.Βενιζέλου και μια ειδική νομοθετική ρύθμιση, 
αλλά και τη συνταξιοδότηση του καθηγητή Ιακωβίδη. 
Το εργαστήριό του έγινε πόλος έλξης πολλών νέων καλλιτεχνών 
(Τσαρούχης, Εγγονόπουλος, Διαμαντόπουλος, Μολφέσης, Τέτσης, Μιγάδης, 
Δανιήλ κ.ά.). όμως δεν ήταν λίγοι αυτοί που φοβηθήκαν την αυστηρότητα του 
και άλλαξαν δασκάλους καθώς η διδασκαλία του ήταν πρωτόγνωρη 
για τα ελληνικά δεδομένα: «απαιτούσε πειθαρχία, στον τόνο και την σύνθεση, 
να βλέπουν τη φωτεινότητα των μορφών ως σχέσεις χρωμάτων, 
ψυχρών και θερμών, βασικών και συμπληρωματικών». 
 Στο μεταξύ, είχε εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1934, 

στην πρώτη ελληνική συμμετοχή, στο νεόκτιστο, με τη φροντίδα του Βενιζέλου, 
ελληνικό περίπτερο. 
Η αναδρομική του έκθεση, πάλι στην Μπιενάλε Βενετίας το 1936, ματαιώθηκε 
εξαιτίας και πάλι των παρασκηνιακών κομματικών αντιδράσεων, για να 
πραγματοποιηθεί δύο χρόνια μετά, μαζί με γλυπτά του Τόμπρου 
και χαρακτικά του Θεοδωρόπουλου, υπό την υψηλή προστασία πια του δικτάτορα 
Ι. Μεταξά, μακρινού ξάδελφου της γυναίκας του, ο οποίος ήταν υπέρμαχος των 
πρωτοπόρων καλλιτεχνών, πόσο μάλλον του Παρθένη του οποίου τα έργα 
ήταν γεμάτα ελληνοκεντρισμό.

Το πολιτικό και κυρίως κομματικό ταραγμένο παρασκήνιο της Ακαδημίας, 
στον πόλεμο και την Κατοχή, έδρασε εναντίον του καθώς σχεδόν όλοι 
οι συνάδελφοι καθηγητές τον πολεμούσαν.
Από το 1933 προτάθηκε για μέλος της τέσσερις φορές, αλλά πάντα υπήρξε 
κάποιος άλλος ευνοημένος. Την τελευταία φορά, το 1956, αρνήθηκε ο ίδιος: 
«Αν νομίζουν ότι είμαι άξιος να καθίσω δίπλα τους, ας μου δώσουν 
μια καρέκλα να καθίσω».
Image result for σπιτι παρθενη ακροπολη
 Ο Παρθένης, βαθιά πικραμένος, ήταν πλέον αποτραβηγμένος στο σπίτι του 
και στο εργαστήριό του, αφού δεν έπαψε να ζωγραφίζει μέχρι τα βαθιά γεράματα, 
βυθισμένος στη σιωπή. Το γεγονός ότι δεν του απονεμήθηκε, ενώ το περίμενε, 
από την Πολιτεία το μεγάλο βραβείο της Πανελλήνιας Εκθεσης, το 1948, στο Ζάππειο, 
όπου παρουσίαζε ένα από τα αριστουργήματά του, 
την «Αποθέωση του Αθανασίου Διάκου», δεκαπέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του, 
ίσως ήταν η χαριστική βολή. Σταμάτησε να εκθέτει και να πουλά έργα, ο λυρικός 
και γαλήνιος κόσμος του ξεθώριασε και άρχισε να προτιμάει το «υψηλό» από το ωραίο. 
Τα ώριμα έργα του χαρακτηρίζονται από πιο εγκεφαλικά σχήματα, το χρώμα λιγοστεύει 
ενώ η τονική κλίμακα περιορίζεται.

Το 1950, στα πλαισια της ανάπλασης της περιοχής της Ακροπολης, το εξαιρετικό 
αυτό σπίτι που γνώρισε δόξες και στέγασε έναν από τους μεγαλύτερους 
Ελληνες ζωγράφους, «μπήκε στο μάτι» των αρμοδίων υπηρεσιών. 
Ο Πικιώνης, που έπαιζε ρόλο στην υλοποίηση του προγράμματος, 
δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την κατεδάφιση.
Παρ’ολη την υπέρογκη αποζημίωση που του πρότειναν ο Παρθένης αρνήθηκε 
κάθε οικονομική προσφορά και ο υφυπουργός Οικισμού Εμμ. Κεφαλογιάννης 
αποφάσισε αναγκαστική απαλλοτρίωση και βίαιη έξωση του ζωγράφου. 
Ο τελευταίος ματαίωσε τα σχέδια, όταν μπροστά στους δικαστικούς κλητήρες 
και αστυνομικούς, απείλησε να αυτοπυρποληθεί μαζί με τα έργα του.
dionysos-1967b
Τελικά πέθανε το 1967, έχοντας μείνει παράλυτος. 
Μετά τον θάνατό του, τα παιδιά του αποδέχτηκαν την απαλλοτρίωση της οικίας τους 
από την κατασκευαστική εταιρία που θα έκτιζε το καφεστιατόριο Διόνυσος 
που βρίσκεται στους πρόποδες του Φιλοπάππου γιατί η οικία του καλλιτέχνη 
στεκόταν εμπόδιο στην απρόσκοπτη θέα προς τον ιερό βράχο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου