Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΣΣΗΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΣΣΗΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

...κάνουν το ελαιόλαδο «νέκταρ»

unnamed-1
«Επιλέγουμε το μονοποικιλιακό ελαιόλαδο γιατί βρίσκουμε μαγικό το να ακολουθείς 
τα σωστά βήματα για να παραγάγεις τη γεύση που έχεις στο μυαλό σου χωρίς να 
αφήνεις κακό “αποτύπωμα” στο περιβάλλον», λέει η Χριστίνα Στριμπάκου.
Πριν από πέντε χρόνια ένα μεσημέρι Οκτωβρίου, η Ματούλα Κουβάτσου διάβαινε μπροστά από τα κτήματα της οικογένειάς της, στα Αλώνια της Μεσσηνίας. Δεν συνήθιζε αυτή τη βόλτα, όμως εκείνη τη μέρα ο δρόμος της την έφερε εκεί. Στάθηκε ώρα μπροστά από τον ελαιώνα βλέποντας –σαν χρέος μνήμης– τα δένδρα, που με τόσο μεράκι και αγάπη φρόντιζε επί χρόνια ο πατέρας της. Αραγε, θα μπορούσε κι εκείνη να αφοσιωθεί το ίδιο;

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

*ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΥΡΑΚΑΓΙΑΣ ΑΠΟ ΓΓΠΠ.... για τις περιοχές Μεσσηνίας-Λακωνίας-Χανίων & Κυθήρων.




Σύμφωνα με το Χάρτη Πρόβλεψης Κινδύνου Πυρκαγιάς που εκδίδει η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (www.civilprotection.gr), για αύριο Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014, προβλέπεται πολύ υψηλός κίνδυνος πυρκαγιάς (κατηγορία κινδύνου 4) για τις εξής περιοχές:
  • Περιφερειακή Ενότητα Μεσσηνίας,
  • Περιφερειακή Ενότητα Λακωνίας,
  • Περιφερειακή Ενότητα Χανίων,
  • Νήσος Κύθηρα (Περιφέρεια Αττικής και Νήσων).
Η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας έχει ενημερώσει....

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

588! WORDS AND PHRASES OF MESSINIAN DELIVERY! - 588 ! ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΦΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ !!!

Χιονισμένο τοπίο στον Ταύγετο.

[...] ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΌ :http://messiniaka.blogspot.gr

A

  1. Αγκλιά = Δοχείο για το διάλεγμα της τελευταίας ποσότηας του λαδιού από την κασέλα του
     ελαοτριβείου.
  2.  Αγκωνή =άκρη καρβελιού φρατζόλας
  3.  Ακρίθια = παρανυχίδες, άγρια σημεία του δέρματος
  4.  Αγγειό = δοχείο ή λέγεται και το γυναικείο γεννητικό όργανο.
  5. Αγκορτσια=η αγρια αχλαδια.
  6.  Άγγουσα ζέστη = η κάψα
  7.  Αγκωνάρι=Ακρογωνιαίος λίθος και γενικά μεγάλη πέτρα
  8.  Αγροικάω = ακούω ή ξαγρυπνώ
Πυκνή βλάστηση στον Ταύγετο
9     Αδειάζω = ευκαιρώ(δεν αδειάζω = δεν ευκαιρώ)
 10. Ακουμπέτι = παρά ταύτα
11. Ακώ = ακούω
12.Αλάργα= μακριά
13. Αλλαξιά= σύνολο ένδυσης,
14. Αλετροπόδα = η πούλια.
15 .Αληστρατήσει = έχεις ξεφύγει, το έχεις παρακάνει, σας έκανα άνω - κάτω
16. Αλουποτινάζω = ταρακουνάω δυνατά κάποιον (θα σε αλουποτινάξω.
17. Αμάδι = λεπτή και στρογγυλή πέτρα.


18. Αμάρκαλη – Αμαρκάλιστη = Η ανέραστη, η παρθένα (επί ζώων)
 19. Aμπαρώνω= κλειδώνω
 20 Αμπλαούμπλας = ο πολυλογάς, ο σαχλαμάρας
 21. Αμπέχονο = καπαρντίνα
 22. Αμπολάω=Αφήνω.
 23. Αναβόλα = Πεζούλα χωραφιού (από την περιοχή Κυπαρισσίας) 24. Αναγρυμώνω = παίρνω θάρρος
 25. Ανακλανιέμαι = τεντόνωμαι
 26. Αναζούπωσε = ξαναζωντάνεψε.
 27. Αναρίγησα = ανατρίχιασα
 28. Aνασκελώνομαι= ετοιμάζομαι να φύγω
29  Αμπολάω = αφήνω, ελεύθερα, ασύδοτα.
30. Ανάκαρο = δύναμη, τσαγανό.
Πολύχρωμο δάσος
31. Ανασκελώθηκε = έπεσε ανάσκελα.
32. Ανασκουμπούτα = Τούμπα. «τον έφερα ανασκουμπούτα». (Μανιάτικη λέξη)
33. Ανεβάσταγη = ανυπόμονη, αυτή που δεν κρατιέται.
34. Αντιβαδιάζω = Κοροϊδεύω, ξεγελώ, εξαπατώ. (Μανιάτικη λέξη).
35. Αντραμάκι = Φόρα στο ξεκίνημα «πήρε αντραμάκι». (Μανιάτικη λέξη)



36. Αντρομίδα = Χοντρή υφαντή κουβέρτα (Από την περιοχή Κυπαρισσίας)
37. Ανήλιαγο = Αυτό που δεν το βλέπει ο ήλιος.
38. Αξύριγος = αξύριστος.
39. Απαγγιο = δεν το πιάνει ο αέρας.
40. Απίδι= αχλάδι,
41. Απόκανα = παρακουράστηκα, 
42. Αποπερα=απεναντι.
43. Αποσταίνω = κουράζομαι
44. Αποσπερού = απόψε το βράδυ
45. Αραχνος = κακομοίρης,
46. Αρμάκι = μάντρα.
Μανιάτικο ηλιοβασίλεμα στην Καρδαμύλη.
47. Αρμόλατσο = Νερό, λάδι και αλάτι στα οποία έβαζαν το παστό και το λουκάνικο                  
      μετά το κάπνισμα.
48. Αρούκατος= άτσαλος
49. Αρναούτης = ισχυρογνώμων
50. Ασκί = τουλούμι.
51. Απαυτώνω = κάνω έρωτα με μια γυναίκα
52. Απόπατος = τουαλέτα
53. Αραούζης = ασουλούπωτος
54. Απαντοχή = υπομονή
55. Αυτούνο αυτού = αυτό εκεί
56. Αποκορωμένος = καταραμένος
57. Αποκρεύω=σταματώ να τρώω κρέας
58. Απάγκιο = μέρος χωρίς αέρα 
59. Ανάρτυγο=φαγητό χωρίς λάδι
60. Απόρριξε =απέβαλλε  
61. Ανεβάσταγος=ανυπόμονος
62. Αράδα = σειρά.
Πανοραμική φωτογραφία από το Παλαιόκαστρο της Πύλου
63. Άρατος = άφαντος
64. Αρτήθηκα = έφαγα.
65. Αρίλογος: Ειδικό κόσκινο για δημητριακά, για τραχανά κλπ.
66. Αστράχα = αστράχα είναι το μέρος η εσοχή που σχηματίζει το τέλειωμα του τοίχου με τα       κεραμίδια απο μέσα στο σπίτι εκεί που ακουμπούν τα ξύλα της σκέπης.
67 . Ασκελιά = Το βήμα, «πήρε μεγάλη ασκελιά».
68. Αταρος ή άταλος = αδυναμος, που δεν πιάνουν τα χέρια του. 
69. Ατσάγγλιγος = ο απεριποίητος
70. Αφαλόκομα=  μαχαίρωμα, σφάξιμο (θα σε αφαλοκόψω= θα σε μαχαιρώσω, θα σε σφάξω)
71. Αφόρμησα = μολύνθηκα
72. Αχάραγο = αφώτιστο
73. Αψίω = τρώω χωρίς ψωμί

Β. 
74. Βακέτα = Χοντρό κατεργασμένο δέρμα. (Μανιάτικη λέξη)
75. Βαλμάς = ο εργάτης που χτύπαγε τα άλογα στο λιοτρίβι.
76. Βατεύω = κάνω sex με παρθένα 
77. Βαγένι = βαρέλι 
78. Βαγιολι = πανι για τρόφιμα
79. Βανιώνω = παχαίνω.
80. Βασιλίκι = Παιδικό παιχνίδι με κότσι αρνιού ή κατσικιού. (Μανιάτικη λέξη)
Μανιάτικος Πύργος
81. Βερεσιγέ = χωρίς πληρωμή
82. Βουή σας μαύρη = προσέξτε θα σας βρει μεγάλο κακό
83. Βρακοζώνι = ανδρικό εσώρουχ0 με πόδια
84. Βίκα = στάμνα.
85. Βικύ = πήλινο δοχείο για κρασί με στενό στόμιο.
86. Βιλάδα = η ζούρλια που κουβαλάει κάποιος
87. Βίτσα=Λεπτό κλαδί
88. Βατουριώνω, βατώνα= σύμπλεγμα από βάτα
89. Βιζιδάδι = έμπλαστρο
90. Βαβίζω = γαυγίζω ή φωνάζω
91. Βαρελίτσα=μικρό βαρελοειδές ξύλινο δοχείο.



92. Βολοκόπος = Αυτός που ακολουθούσε το ζευγολάτη και με την αξίνα του θρυμμάτιζε         
      το χώμα. (Μανιάτικη λέξη)
93. Bούζα= χοντρή γυναίκα
94. Βούλωσα = έσκασα από την ζέστη!
95. Βούτα = τη χρησιμοποιούμε για τα μεγάλα βαρέλια χτιστά συνήθως που είχαν στα            
      χτήματα για να γεμίζουν νερό για τις διάφορες αγροτικές εργασίες.
96. Βουτσί ή Βαένι = το βερέλι που έβαζαν το μούστο.
97. Βρουλέα = Πλατύγυρο καπέλο φτιαγμένο από χοντρό «πλεμάδι». (Περιοχή Μάνης).

Γ΄ 
  98. Γαστέρα = κοιλιά
  99. Γράνα = ) χαντάκι αποστράγγισης νερών  ή οριοθέτησης αγροτεμαχίων.
Η ευλογημένη ελιά, στους Μανιάτικους βράχους
100. Γερανίζω = Μελανιάζω, π.χ. "το σκασμένο γεράνισε στο κλάμα", "γεράνισε το μάτι μου
         από την πείνα" (από την περιοχή Κυπαρισσίας).
101. Γηστέρνα = Υπόγεια υδατοδεξανενή που γέμιζε με νερό βροχής. (Περιοχή Μάνης).
102. Γουρνοπούλα, = γουρουνόπουλα
 .      Γερούτσος = γεροντοπαλλήκαρο.
 103.Γεμενί = χρωματιστό μαντήλι του κεφαλιού
 104 Γιούρντες = είδος γυναικείου παλτώ χωρίς μανίκια

105 Γκαβαλίνα = η κοπριά των ζώων. Από εκεί πηγάζουν και οι χαρακτηρισμοί Γκάβαλος που 
        σημαίνει ότι κάποιος είναι σκατάς, βλάκας, όπως και το γκάβαλο που είναι η ακαθαρσία 
        της μύτης.
  106.Γκάνιαξα = κοράκιασα, δίψασα.
  107. (Γ)καρούτζος = Ο λαιμός π.χ. Θα σου κόψω τον (γ)καρούτζο (από την περιοχή
          Κυπαρισσίας)
  108. Γκοργκούνι= αστράγαλος
 109. Γκώνω= μπουχτίζω από το πολύ φαγητό – επέρχεται κορεσμός, έγκωσε από το πολύ
        φαγητό.
 110. Γιακου = οταν οι γιαγιές άκουγαν κάτι απίστευτο ή κάτι περίεργο.
 
Αγ. Δημήτριος Μάνης
 111. Γιάτρα = κοίτα ( για τήρα)                                                                                                     112. Γιγκλες= εξαρτημα του σαμαριού.
 113 Γιόμα = απογευμα.                                                                                                               






114. Γιούκος, τρακάδα = κουβέρτες και παπλώματα το ένα πάνω στο άλλο, που τα έβαζαν οι 
        νοικοκυρές πάνω στα μπαούλα.
115. Γιουρούκι = σκουντούφλης.
116 Γκόρτσα= άγρια αχλάδια,                                                                                                        
117 Γκριτζάλα = ειδικό ξύλο με δόντια.                                                                                            
118 Γκουργκούνι = αστράγαλος
119. Γλυφοσαγανάς = αυτός που γλείφει το πιάτο.
120. Γνέματα = νήματα
121. Γούπατο = η περιοχή που είναι χαμηλή (γούβα)
122. Γουστέρα = σαύρα
123 Γούτος = αρσενικό περιστέρι, αυτός που είναι διπλοσάγωνος όταν είναι μουτρωμένος.
124. Γράβαλο = Είδος τσουγκράνας που χρησιμοποιείται στον καθαρισμό της σταφίδας.
125. Γράδο = Οξυμετρητής κρασιού/μούστου.
126. Γρέκια = μαντριά

Δ΄ 
127. Δανά = Τώρα, αυτή τη στιγμή. (Περιοχή Μάνης).
Αγ. Νικόλαος Μάνης
128. Δανεικαριά: Όταν βοηθούσε ο ένας χωρικός τον άλλο στις δουλειές του χωραφιού, με σκοπό
        να βοηθηθεί και εκείνος μετά. π.χ. "κάνω δανεικαριά με τον τάδε".
129. Δεν κοτάς να τσίξεις = Δεν τολμάς να μιλήσεις
130. Δέμπλα = Ξύλινο ραβδί για ράβδισμα ελιών.
131. Δικόνες μου = ο δικός μου.
132. Δίκορος = αυτός που έχει δύο κλαδιά. Ο διχαλωτός. (Μανιάτικης προέλευσης).
133  Διπουτσοσε = έδεναν τα κατσίκια απο τα πόδια. (Μανιάτικη λέξη)
134. Δράλαπας = θυελλώδης άνεμος.
135. Δραπέτσι = πολύ ξυνό (το πορτοκάλι είναι δραπέτσι)
136. Δριστέλια = η νεροτριβή.                                                                                                           
137. Δώθενε = από εδώ

Ε΄ 
138. ‘Εγιουρναν = άλλαζαν δρόμο και σταματούσαν κάπου. (Μανιάτικη λέξη)
139. Ευτού = εκεί
140. Έκα = κάνε πιο πέρα
141. Εντο = νάτο
Ο ιστορικός Ναός του Αγ. Σπυρίδωνα Καρδαμύλης
142. Εντοσα = ξεπιάστηκα
143. Ερχόσαντε = Ερχόντουσαν
144. Εφτούνο = αυτό
145. Έχουτε = έχετε.
146. Έχω δικοσύνη = Είμαι συγγενής. (Μανιάτικης προέλευσης)

  Ζ΄
147. Ζάρκουλα = Η κουκούλα που έχουν τα παλτά. (Από τη Μάνη.
148. Ζεματάω = ρίχνω σε καυτό νερό.
149. Ζεμπερέκι = πετούγια πόρτας
150. Ζωστήρα = Ζώνη
151. Ζουλάπι = άγριο ζώο

Η                                                                                                                                                          152. Ήσαντε = Ήσαν, ήτανε                                                                                                                
153. Ήντουσαν= Ήσαν, ήτανε
 Θ΄ 
154. Θέλουτε = θέλετε.

Ι ΄
155. Ιδιάζω = Προετοιμασία νήματος για τον αργαλιό.

Κ΄ 
156. Κακάβι = το καζάνι που ζέσταιναν το νερό για να πλύνουν. Τη λέξη αυτή συνήθως τη
        συναντάμε στην περιοχή των Φιλιατρών.
157. Κακαβολίθι = τρεις πέτρες που τοποθετούσαν το καζάνι όταν πήγαιναν στη νεροτριβή.
Αγ. Ανάργυροι Νομιτσί
158. Καλύβω = καλύπτω.
159. Καλικούτσα = παίρνω κάποιον στην πλάτη….θα σε πάω καλικούτσα.
160. Καμούσι = Το τελευταίο κρασί (στα Μανιάτικα).
161. Καμώνομαι = σωπαίνω.
162. Καπισταλι = ξυλο στο στομα για ταζωα για να μην βυζένουν.
163. Καράγιαλης = Βορειοδυτικός άνεμος.
164. Καράκλα = Ορθάνοιχτα (Μανιάτικη φράση που αναφέρεται στα πορτοπαράθυρα)
165. Καραμουτζαχείλης= αυτός που έχει σαρκώδη χείλη,                                                                                                               166. Καριόλα = ξύλινο κρεβάτι
167. Καρκατζέλες = κοπριά κατσίκας.
168  Καρκάτζουλας = πολύ αδύνατος άνθρωπος.
169. Καρλαύτης = αυτός που έχει μεγάλα και πεταχτά αυτιά
170. Καρίτζαφλας = Ο λάρυγκας της κότας, κόκορα κλπ
171. Καρούτα= ξύλινη σκάφη ή ποτίστρα ζώων
172. Καταλιακού= μες τον ήλιο.
173. Καταλαχού= κατά τύχη.
174. Καταράχη = μικρό ύψωμα σε κτήμα.
175. Καστραπέτσια = αγγούρια.
176. Κατρούτσο = Δοχείο κρασιού σε ταβέρνες.
177. Κατσαβονιά, κατσαβονιάρης = η ζαβολιά, ο ζαβολιάρης.
178. Κατσιβέλα = Τσιγγάνα. (Η λέξη αυτή λέγεται στα χωριά γύρω από το Κοπανάκι).
179. Κατσίγαρος = Το λιόζουμο μετά τη διαλογή του λαδιού. (Μανιάτικη)
180. Κατσικώθηκε= αυτός/αυτή που καθεται και δεν φεύγει με τίποτα.
Ακτή φονέα Καρδαμύλη
181. κατσιμπούλα = μικρή πεταλούδα
182. Κατσιφάρα= καταχνιά, ομίχλη
183. Κατσούλα = γάτα
184. Κατσόνι = ένα ξύλινο εργαλείο σα μαγκούρα ή γκλίτσα που κατεβάζουν την κλάρα της ελιάς.
185. Καταπίτης ή καταπιώνα= οισοφάγος
186. Κατακεφαλιά =καρπαζιά.
187. Κάφυρος = Το ρουθούνι
188. Καψερός = ο καημένος.
189. Κείθενε = από ‘κει,
190. Κειώνω = τελειώνω, συμπληρώνω.


191. Κλαίει τα μυρενά = κλαίει και οδύρεται, κλαίει από την πολύ στενοχώρια.
192. Κλιτσινάρα = Το πίσω μέρος του γόνατου, η κλείδωση.
193. Κλ.ωνα = κλωστή
194. Κιόσα (τα) = Χρέη
195. Κιούπι = πήλινο,λαγήνι.
196. Κλωσσούδες = Οι κότες που κλωσάνε (επωάζουν) αυγά. (Μανιάτικη).
197. Κουτσούνα= κούκλα, το παιχνίδι
198. Κούκλα = καλαμπόκι
199. Kοκόσια = αμύγδαλο
200. Κολιάνιτσα = ευκοίλια.
201. Κολιάστρα = Το πρωτόγαλα του αιγοπρόβατου μετά τη γέννα )από την περιοχή
        Κυπαρισσίας).
202. Κολιτσάκια = ‘αγκιστρα στο σαμάρι.
Η Καρδαμύλη με το νησάκι της από ψηλά.
203. Κότσαλα = Τα ξερά τσαμπιά της σταφίδας χωρίς τις ρώγες.
204. Κουλούκι = το κουτάβι
205. Κουλουμπαράς = Κουμπαράς που μαζεύουμε χρήματα.
206. Κουτρούλι= σωρός χώματος,αυλάκι ντομάτας
207. Κουμούτσι = χοντρό κομμάτι ψωμιού 
208. Κουβενταρία = λογοδιάρρια.


209. Κουνενές = μωρό.
210. Κουνούκλα: το φυτό λαδανιά
211. Κόρυζα = αρρώστια πτηνών.
212. Κοτοκάθια = Εκεί που κούρνιαζαν οι κότες τη νύχτα. (στα Μανιάτικα).
213. Κρησάρα = λεπτό κόσκινο.
214. Κονταυγές = χαράματα
215. Κουτσουμπέλι = πιτσιρίκι
216. Κενώνω = σερβίρω- αδειάζω.
217. Κιβούρι = μνήμα
218. Κολετσίνες, Μποτσίκια = Η Κρεμμύδα που κρεμάμε την πρωτοχρονιά.
219. Κόρτσα = η τραγανή πέτσα απ την ψητή γουρουνοπούλα.
220. κόσα η (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :σλαβ. λ. kosa] είδος μεγάλου δρεπανιού με μακρύ
        στειλιάρι, που χρησιμεύει για το θερισμό του τριφυλλιού ή άλλων χόρτων τα οποία είναι
        κατάλληλα για ζωοτροφή, αλλιώς κοσιά
221. Κοτάω = τολμώ (Δεν κοτάω να μιλήσω = δεν τολμώ να μιλήσω)
212. Κόφα = μεγάλο καλάθι.
213. Κοφίνι =καλάθι.
214. Κόφτρα = μακρύ πριόνι με δύο λαβές που το χειρίζονται δύο άτομα. 
215. Κότσαλα = κοτσάνια    
216. Κουκουνιάζω = Όταν τα βόδια έτρεχαν εξαγριωμένα όταν τα τσίμπαγε η μύγα      
         κουκουνόμυγα.
Η Βοϊδοκοιλιά από το Παλαιόκαστρο της Πύλου


217. Κούμπλα = βρύση,
218. Κουργιαλοί = αυλάκι για φύτεμα ντομάτας.
219. Κουτουρού = τυχαία
220. Κοτσώνομαι = καμαρώνω
221. Κατσόνι = ξύλινο εργαλείο τραβήγματος κλαριού
222. Κοπελάτος = υπηρέτης
223. Κουλουπώνομαι =χώνομαι στα σκεπάσματα.




224. Κούρβουλο = αυτός που χτυπάει, κουτσαίνεται.
225. Κρεματζουλίζομαι= κρεμιέμαι.
226. Κυλίφι = μαξυλαροθήκη
227. Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα.5

Λ΄
228. Λαγκεύει (το μάτι μου) = Παίζει το μάτι μου (νευρικό), πετιάται.
229. Λαγκουνίζει = γυαλίζει (συνήθως λόγω λαδώματος)
230. Λαδούσα=Δοχείο για μεταφορά λαδιού.
231. Λακαω = φευγω μακρια γρηγορα,τρεχω
232. Λάκκος = αργαλειός.
233. Λαίμαργο = Κλαδί ελιάς που είναι κατακόρυφο για να τραβάει τους χυμούς και να καρπίζει
        τον επόμενο χρόνο.
Αγριεμένος Μεσσηνιακός κόλπος από τη Μάνη
234. Λάμια=Όμορφη γυναίκα.
235. Λατσιάρα = κατάβρεγμα λασπερό.
236. Λούρα = λουρί
237. Λαπάντε: Για λάδι, σημαίνει διάφανο (Και για τη θάλασσα μεταφορικά, όταν λέμε είναι η
        θάλασσα λάδι λαπάντε σημαίνει είναι ήρεμη και διάφανη)

2
38. Λάχανα = τα άγρια χόρτα των αγρών.
239. Λεγνεύτηκα = Έπαθα μεγάλο κακό. 
(στα Μανιάτικα).


240. Λέχουρδες = Αγριόσκορδα που μαγειρεύονται σαν τσιγαριστά χόρτα.
(Έτσι τα λένε στα χωριά γύρω από το Κοπανάκι).
241. Λιαδώματα = Κατσίκια
242. Λινάτσα = (Μεταφορική λέξη) Κατεργάρης, απατεώνας.
243. Ληνός = Πατητήρι σταφυλιών (από την περιοχή Κυπαρισσίας)
244. Λιόζουμο = Υγρό απόβλητο ελαιοτριβείων
245. Λιοκόκκι = Πυρήνας από επεξεργασία της ελιάς στο ελαιοτριβείο
246. Λιοπανάζω= δέρνω κάποιον τόσο πολύ που σέρνεται σαν λιόπανο (θα σε λιοπανιάσω)
247. Λουτσίζομαι = πλένομαι, βρέχομαι
248. Λοκάνικο = λουκάνικο.
249. Λιάστρα = απλωμένα κάτω.
250. Λιμπιά = τσιμεντένια υπαίθρια πλυντήρια.
251. Λόπια = Φασόλια ξερά.
252. Λουθουνάρι = ο καλόγερος, ο δοθήνας.
253. Λουμπούσια = το στέλεχος του καλαμποκιού.
254. Λουτριάζω τα βαρέλια = Πλύσιμο και καθάρισμα των βαρελιών από τη λάσπη.
Φαράγγι Ριντόμου. Η κοίτη του στη Σάντοβα


Μ΄
255. Μαθές = λοιπόν.
256. Μάκινα = Μηχανή κοσκινίσματος στεγνωμένης σταφίδας
257. Μαλαστούπα= σφουγγαρίστρα
258. Μαμούκαλα = τίποτε ( τι θα φάμε σήμερα ; μαμούκαλα (τίποτε)
259  Ματσούκι = κοντόχοντρο ραβδί 
260. Μάπα= λάχανο.
261. Μάπα = σφουγκαρίστρα
262. Μάπισμα = το σφουγκάρισμα.
263. Μάρα μου = Μάτια μου, αγάπη μου
264. Μαρτίνι = κατσίκι
265. Μαπίζω = σφουγκαρίζω.
266. ματσουλάω = μασάω
267. Με μερμελάει= με ενοχλεί
268. Με πήγε σούρσιμο, σούρτσι = είχα διάρροια.
269. Μελιγκόνια= μυρμίγκια,
270. Μέσκουλες = μούσμουλα
271. Μολόχα = γεράνι
272. Μαναστήρα=Η ευλογημένη
273. Μούργα =χοντρό κατακάθι λαδιού.
274. Μούρτζι = Αχνοφεγγιά
275. Μουστρίθηκες = Πασαλίφθηκες στο πρόσωπο.
Το κάστρο της Καλαμάτας
276. Μπαζουνιάζω= τρώω πολύ
277. Μπαρμπούτια=Αποκριάτικες στολές
278. Μπαρτουμια= τα δερματα που κρατάνε το Σαμαρι
279. Μπατανία= χοντρή κουβέρτα.
280. Μπερτσού= αναμαλλιασμένη,
281. Μπλεζενιές = τα καρπούζια. 
282. Μπουγέλος = κουβάς.
283. Μπορούτε = μπορείτε
284. Μπόσικα = χαλαρά.



285. Μπαζίνα την χρησιμοποιούν και μεταφορικά θέλοντας να πουν ότι κάτι είναι πολύ πηχτό
286. Μπάκα = κοιλιά.
287. Μπαμπουλώνομαι ή μπουμπουλώνομαι = φοράω πολλά ζεστά ρούχα
288. Μπούρδας = χοντρός
289. Μπουρνέλια = κορόμηλα
290. Μπουσουρντάνο = ντενεκές.
291. Μασιά = σιδερένιο όργανο για τα κάρβουνα.
292. Μπάκακας =βάτραχος.
293. Μπανιερό = μαγιό
294. Μπερντεδάκια = κουρτινάκια
295. Μπλαφούσκιασα = ζάρωσε, κρέμασε το πρόσωπό μου
296. Μπλαβιάζω, μπλαβινίζω = μελανιάζω.
297. Μπικιόνα = Τενεκές
298. Μπιντόνα = ντενεκές                                                                                                                
Πανοραμική Άποψη στην Παραλία της Μ. Μαντίνειας
 
299. Μπότης= πήλινο δοχείο κρασιού.
300. Μπουζία = γουρούνια.
301. Μπορμπόλια = στα μπούνια, όταν παίρνουμε κάποιον στους ώμους μας.
312. Μπουκουβάλα = Γάλα με μπουκιές μαλακωτό ψωμί.  (Μανιάτικη λέξη)
303. Μπότσα = ειδικό δοχείο από ορείχαλκο που χωρούσε δύο οκάδες λάδι.
304. Μπουχίζω = καταβρέχω με νερό 
305. Μπράσκα=Βάτραχος ξηράς.
306. Μπρίσκαλα = τα άγουρα σύκα.
307. Μπροστέλα, μπροστοποδιά = ποδιά της νοικοκυράς.
308. Μαζόχτη = μαζεύτηκε- έφτασε 
309. Μπαζίνα = χυλός από καλαμποκάλετρο
310. Μου βγήκε η λασά = μου βγήκε η γλώσσα.
311. Μυθίες = Μικρά παραμυθάκια (στα Μανιάτικα).
312. Μώρα (με πλάκωσε η μώρα) = Η αίσθηση ότι δε μπορείς να κουνηθείς όταν ονειρεύεσαι ή
        όταν ξυπνάς (από παλιά δοξασία)
Ν΄
313. Ναχρικά = κατσαρολικά.
Ηλιοβασίλεμα στην Κ. Βέργα με φόντο την ελιά 
314. Νέμα = Το νήμα, η κλωστή (στα Μανιάτικα).
315. Νίδι = ένα μικρό κομμάτι
316. Νταβάς = χάλκινο ταψί με καπάκι
317. Νάκα = φορητή κούνια μωρών που έβαζαν στην πλάτη τους οι αγρότισσες
318. Νόμου (μια δραχμή) = δώς μου μια δραχμή
319. Νταμαχιαρης = Αχόρταγος 
320. Ντενεκές στον ούρλο = ντενεκές στον κώλο του σκύλου ή γάτας.
321. Ντόνω = ξεμουδιάζω,


322. Ντελέγκα – Ντελέγκα = Γρήγορα – γρήγορα. (Μάνης λέξη)
323. Ντεληκατσώνης = αυτός που είναι ψηλός και λεπτός.
324. Ντορβάς = ταγάρι.
325. Ντουράκος = πέτρινο κάθισμα.
326. Ντρουμπούκι = καλαμένια κουβαρίστρα για χοντρές κλωστές.
Ξ΄ 
327. Ξάϊ = το δικαίωμα 10% που έπαιρνε ο μυλωνάς για το άλεσμα του σταριού.
328. Ξαχιούρης = Ο σκορποχέρης, ο σπάταλος. (Μανιάτικη λέξη)
329. Ξείκλωτος = ατιμέλητος
330. Ξεκάμπησε, = βγήκε από τον κάμπο, συνήθως τη χρησιμοποιούμε όταν έχει αργήσει
         κάποιος και επιτέλους τον βλέπουμε να έρχεται.
331. Ξεκορφαρίζω = ο ψηλός που ξεχωρίζει.
332. Ξεκοτσαλίζω = βγάζω τα κότσαλα (συνήθως με το γράβαλο)
Η εξωτική παραλία της Καλαμάτας
333. Ξελέμιασμα = σφάξιμο κόκορα.
334. Ξεσαγωνιάστηκα = αδυνάτισα πολύ.
335. Ξεσυνέρια = ζήλεια, καχυποψία 
336. Ξεκωλώνω = ξεριζώνω
337. Ξυλοκέρατα = χαρούπια.
338. Ξεμπατινιάστηκα = ξεπατώθηκα.
339. Ξεμπινιάστηκα = ξεμεσιάστικα
340. Ξεμποχιασμένο = Ξεχειλωμένο
341. Ξεσπίνισμα = η αφαίρεση του σπόρου του καλαμποκιού.
342. Ξεστερίζουμαι = δεν λαμβάνω υπ’ όψιν.
343. Ξετσάγκλισα = ξεμπέρδεψα (ξετσάγκλισε τα μαλλιά σου = ξεμπέρδεψε τα μαλλιά σου)
344. Ξυλοκατσούλα = Ξύλινη φάκα για ποντίκια (Μανιάτικη λέξη)

Ο΄
345. Οβριές: Είδος χόρτου-λαχανικού, οι τρυφερές κορυφές από το αρκουδόβατο 

(μοιάζει λίγο με κισσό ή και σπαράγγι)
346. Ολούθε = παντού
347. Ολοτρυπίριστος = γεμάτος τρύπες, αυτόν που έχουν τσιμπήσει πολλά κουνούπια.
348. Ορδινιά = Προετοιμασία (στα Μανιάτικα).
349. Ούλοι = Όλοι
Π΄
350. Παλιόπραμα = παλιάνθρωπος.
Συνεφιασμένος Μεσσηνιακός κόλπος
351. Πανιάρα = είδος εργαλείου σαν σφουγγαρίστρα, που καθάριζαν τις στάχτες απ τους
        φουρνους
352. Πάντα = μεριά, πλευρά, άκρη (κάνε στην πάντα)
353. Πάκια = πλευρά (στο ανθρώπινο σώμα)
354. Παράλυτε, (ρε) =  ο βλάκας, ο άχρηστος.
355. Παραγώνι = τζάκι
356. Παράφθαστο = αξεπέραστο
357. Παρδαλίζουν = λέγετε όταν οριμάζουν τα σταφύλια.


358. Πασαράς = σουρωτήρι (το σκεύος)
359. Πασπαλώ = ρίχνω άχνη ζάχαρη.
360. Πασταριά = η μια πάνω στην άλλη.
361. Πάστρεφτο = καθάριστο
362. Πατάκα = πατάτα.
363. Παταλιά = οριζόντια θέση τραυματία
364. Πατσαβούρα, πετσάφι = πρόχειρο πανί που χρησιμοποιείται κατά και μετά το φαγητό.
365. Πελεκάω = χτυπάω.
366. Πελενά = Τετράγωνο ύφασμα. Μέσα σ’ αυτήν δίπλωναν διάφορα πράγματα και την
        ζαλωνόντουσαν. (Μανιάτικη διάλεκτος)
367. Περικάλεση = συγκέντρωση γυναικών σε σπίτια για ομαδική εργασία.
368. Περονιάζω = Διαπερνώ, π.χ.με περόνιασε το κρύο (από την περιοχή Κυπαρισσίας)
369. Πετσάφι = μικρό πανί κουζίνας
370. Πετσί λουρί = χέσιμο,
371. Πηνιάτα = πήλινο δοχείο φαγητού.
372. Πίγκωσα = βούλωσε η μύτη μου
373. Πιλαλάω = τρέχω, 
374. Πιλάλα = τρέξιμο,
375. Πινακωτή = ξύλινη τάβλα που έβαζαν το ζυμάρι να φουσκώσει πριν το φουρνίσουν
Ο ιστορικός Βυζαντινός Ναός των Αγ. Αποστόλων
Καλαμάτας
376. Πινιάτα = μικρό πήλινο πιθάρι.
377. Πιτάκοι = Μικρά άσπρα σκουληκάκια που έπιανε το τυρί. (από την περιοχή της Μάνης)
378. Πιτάρι = μελισσοκέρι 
379. Πιοτούρα = κρασοκατάνυξη
380. Πέσε μου = πες μου, 
381. Πλακουτσά = πλακωτά.
382. Πλευρομετρώ= σπάω το κόκκαλα ( θα σε πλευρομετρήσω)




383. Πλέχτρες = Οι πλεξίδες των κρεμμυδιών.
384. Πολυβαρδία - πολυκοσμία
385. Πουντιάζω = ξεπαγιάζω
386. Πούντος = το μεγάλο δάχτυλο του χεριού,
387. Πράϊτα (τα) = τα πρόβατα
388. Προγκάω = διώχνω κάτι με φωνές, τον φοβίζω
389. Πούργι = μεγάλο και φαρδύ καλάθι φρούτων,
390. Πρασιές = Κοπάδια γουρουνιών, που έβοσκαν ελεύθερα στο βουνό.
391. Προσμπούκι = κολατσιό 
392. Προσφέρνω = παρομοιάζω με κάποιον άλλο
393. Προσώρας = προσωρινά.
394. Πρωιμιές = πρώιμα σπαρτά.
395. Πρωτολασία = Πρώτη βόσκηση χωραφιού. Πρωτονομή. (Μανιάτικης προέλευσης)

Ρ΄ 
396. Ρεντίκολο = ρεζίλι, γελοίο
ΥΠΑΠΑΝΤΗ: Μητροπολιτικός Ναός της Καλαμάτας
397. Ρέντος=Ράντισμα.
398. Ρέφουλο = Πνοή, φύσημα αγέρα. (Μανιάτικη φράση)
399. Ρεψοχέρης =αυτός που κρατάει κάτι και του πέφτει εύκολα.
400. Ροβολάω = κατεβαίνω τρέχοντας.
401. Ρογός = αποθηκευτικός χώρος του άχυρου στο κατώι του σπιτιού.





402. Ρόμπα = Ο ξεφτύλας, ρεζίλης ευτελής. (Η λέξη αυτή λέγεται πλέον σε όλη την Ελλάδα, 
        αλλά ξεκίνησε από τη Μεσσηνία) 
403. Ροί = σκεύος που βάζουμε το λάδι, λαδερό
404. Ρούγα = γειτονιά
405. Ρουκουνιάζω= τρώω πολύ και γρήγορα
406. Ρουκούλησε = κύλησε
407. Ρουπώνω = χορταίνω 
408. Ρουτα = πανινι/φτιαρι   Καθαριζαν το φουρνο ξυλοφουρνο 
409. Ριτσίδι = βράχηκα ως το κόκαλο.
410. Ρεντάω = ραντίζω.

Σ΄ 
411. Σαγάνι = πιάτο,
412. Σάϊσμα = Χοντρό ύφασμα πλεγμένο από μαλλί κατσίκας που το στρώνουν σαν χαλί και 
        παλιά το φόραγαν οι βοσκοί (η κάπα)
Πετροχώρι, παραλία αμμόλοφων
413. Σακάτου = εκεί κάτω,
414. Σακείθε = Αντε πήγαινε από εκεί.
415. Σαλάγημα = Κυνήγημα
416. Σαμαροπάϊδα = η λεπτή σανίδα στο πλάϊ του σαμαριού.
417. Σάμπως = Σάματις = Μήπως
418. Σαπάνου = εκεί επάνω.
419. Σαρίδια = σκουπίδια.
420. Σαρωματίνα = χορτάρινη σκούπα,
421. Σαρώνω = σκουπίζω, 
422. Σαρωματίνα = χορτάρινη πρόχειρη σκούπα


423. Σάψαλο = σάπιο.
424. Σβαρνάω = που σκοντάφτω ,πέφτω πάνω σε κάτι, κάτι τέτοιο τέλος πάντων.  .
425. Σβερκώνω = χτυπώ κάποιον στο σβέρκο.
426. σβώλος = μικροκαμωμένος.
427. Σβιλάδα = ζούρλια, τρέλλα.
428. Σγαρλίζω = σκαλίζω το χώμα  επιφανειακά όπως οι κότες.
429. Σγούφτω=σκύβω, 
430. Σγρουμπούλι = ογκίδιο στρογγυλό 
431. Σγουμπαίνω = καμπουριάζω, είμαι σκυφτός
432. Σειριά = σόϊ 
433. Σεργούνι = η ξεφτύλα.
434. Σιδερωστια = το σιδερένιο τρίγωνο του τζακιού
Hliobas;ilema sth Gi;aloba
435. Σίδωσε=νύχτωσε
436. Σιρίτια = κορδόνια
437. Σίχλος = κουβάς
438. Σκάλος = σκάλισμα
439. Σκαρίζω = βγαίνω, προβάλω από κάπου
440. Σκατοψύχια = κατάρες.
441. Σκαβούτα = χελώνα
442. Σκαφίδα = η σκάφη που έπλεναν τα ρούχα.
443. Σκαφίδι = η σκάφη που ζύμωναν το ψωμί.
444. Σαπέρα = πήγαινε πέρα, 
445. Σκαπέτησα = έφτασα ή έφυγα,
446. Σκεύομαι = σκέπτομαι 
447. Σκουληκαντέρα = γλίτσα. 
448. Σκουτέλα= κούπα
449. Σκιάχτηκα = τρόμαξα,
450. Σκουτέλα = φλυτζάνα
451. Σουβή=συμφορά,
452. Σκατογένης = διάβολος
453. Σκορδοστούμπι = γουδί, 
454. Σκουράντζος= ρέγγα, 
Κάστρο Μεθώνης  (Μπούρτζι)
455. Σκούζω = φωνάζω, 
456. Σκουτέλα= κούπα
457. Σμερδάκια = κακοποιά δαιμόνια.
458. Σοροβλιάστηκε = έπεσε 
459. Σούγελο = υδροροή
460. Σούδα = στενό δρομάκι, 
461. Σουράω= σφυρίζω,
462. Σούρσιμο = διαροια.
463. Σπάρτο = κατσαφάνα
464. Σταθιμός= σταθμός,
465. Σπερνά = κόλυβα, 
466. Σποράκλα, με σπόρισε = διάρροια.
467. Στιβάλια = Ψηλά παπούτσια που έκλειναν από το μέσα μέρος του ποδιού με φερμουάρ.
468. Στοιχερό = χοντρό ξύλο με διχάλα στο πάνω μέρος που έδεναν τα άλογα στο κέντρο του 
        αλωνιού.
469. Στρατόνι = πεζούλα
470. Στράφι = άδικα (πήγε στράφι)
471. Στρεκλάω = βαδίζω δεξιά αριστερά, σκοντάφτω
472. Στρινιάζω = στραβομουτσουνιάζω.
473. Στρογγός = ο γιούκος,= η ντάνα με τα ρούχα.
474. Στροφιάζομαι = πέφτω για ύπνο
475. Συγγενικό (που να σεβρει συγγενικό) = που να σε βρει κακό.
476. Συφουλιάζομαι = σκεπάζομαι, 
477. Συμπράκαλα = διάφορα είδη οικιακής ή ατομικής χρήσης.
478. Συμπούπουλο = θα καεί ολόκληρο
479. Συνεμπάζω = μαζεύω, γυρίζω
Φοινικούντα Παραλία
480. Συννεφόκαμα= μουντός καιρός συννεφιασμένος 
481. Στάσεις = βραγιές που φυτεύουν πχ σκόρδα
482. Σκούρκος =χρυσόμυγα.
483. Σιγουρεύω = κρύβω,
484. Στεγνώξω = στεγνώσω.
485. Συγκαρτσαλοι = περπατούσαμε όλοι μαζί, οι φίλοι, οι συγγενείς, το σόι
486. Σύχλο = κουβάς 
487. Σφαρδάκλι = βάτραχος.
488. Σφέλαχτρο: Φυτό όπως το σκίντο.


489. Σφελίδα = Στενόμακρο κομμάτι κυρίως σκληρού τυριού. (στα Μανιάτικα)
490. Σώνει = φτάνει.
491. Σώστο = πιάστο
492. Σωμάρα = Όταν μειώνονται οι δυνάμεις μας.
Τ΄ 
493. Τάσι ή τασάκι= σταχτοδοχείο, 
494. Τανιέμαι = σφίγκομαι,
495. Ταπίστωμα = ανάποδα
495. Ταχειά = αύριο, 
Το θαύμα της φύσης, το Πολυλίμνιο
κοσμεί τη Μεσσηνία.
497. Τέτζερης = κατσαρόλα,
498. Τέντα = ανοιχτά, διάπλατα,
499. Τηλώθηκα = χόρτασα
500. Τίκλα = Πλάκα από σχιστόλιθο για ψήσιμο πίτας. (Μανιάτικη λέξη)
501. Τι λογό = τι είδος, 
502. Τζάρα= Μεγάλο πήλινο αγγείο για βρόχινο νερό ή λάδι.
503. Τηράου=βλέπω,
504. Τούμπησα = έπεσα επάνω, κουτούλησα
505. Τουρλώνω = φουσκώνω,
506. Τουρνόκολα = ανάποδα
507. Τουρνοκολιάστηκε = έπεσε άγαρμπα
508. Τράβα= καδρόνι στέγης,
509. Τραγατσούλα ή Δραγατσούλα= Καλύβα από ξύλα και φτέρη.
510. Τράφος = Τείχος που χωρίζει δύο ανισόπεδα λαχίδια χωραφιού (Μανιάτικη διάλεκτος)
511. Τριφτάδια = είδος ζυμαρικών που έφτιαχναν οι νοικοκυρές. 
512. Τριχιά = σκοινί
513. Τρόκανι = κουδούνι αιγοπροβάτων 
514. Τσαγανά – τσαγανά = Σιγά – σιγά αθόρυβα. «Ήρτες τσαγανά – τσαγανά». (Μανιάτικα)
515. Τσακάω (ου) = τσακίζω
Βοϊδοκοιλιά
516. Τσαλάχατα = φωνάζουν το πρόβατα
517. Τσαλίμια, τσαλιμάκια = νάζια
518. Τσαντίλα = ύφασμα που πήζουν το τυρί.
519. Τσάπια (τα) = Οι κακές συνήθειες
520. Τσαούσα = γυναίκα που δεν ανέχεται και πολλά πολλά

521. Τσαφάρι = κνήμη του ποδιού,
522. τσεράνα = δύστυχη
523. Τσιγαρολάχανα = μυρωδικά χόρτα, 
524. Τσικάου = τσουγκρίζω.
525. Τσοκανάω = κόβω, πετσοκόβω.
526. Τσότρα= δοχείο κρασιού,
527. Τσουλάγρα = πιτσιλιά
528. Τσουτσουρώνω = αγριεύω
529. Τσεμπερέκι ή ζεμπερέκι= πόμολο ή σύρτης πόρτας, 
530. Τσουμπλέκια= κουζινικά σκεύη, 
531. Τσουράπι= κάλτσα, 
Μαρίνα Πύλου
532. Τσιγκλάω = προτρέπω, 
533. Τσεμπέρι ή τσεμπέρα = Γυναικείο μαντήλι.
Φ΄  
534. Φακλάνα= κακόφημη γυναίκα (πουτάνα).
535. Φαγανιάρης = λαίμαργος 
536. Φελί = ένα κομμάτι παστού βακαλάου
537. Φιλιατρό = Το χείλος του πηγαδιού
538. Φινωμένο φρούτο = το φρούτο που είναι στεγνό, χωρίς πολλούς χυμούς.
539. Φιότσος = βαφτηστήρι


540. Φκτίκια = βαφτιστικά ρούχα
541. Φλέσουρα = μικρά σκουπιδάκια από ξύλα.
542. Φλέτσουρα = Οι φλοίδες από τα λουβία (κάψες) των ψυχανθών. (Μανιάτικη λέξη)
543. Φλομώνω = ζαλίζω.
544. Φλουμπέτες = Οι καντήλες με υγρό
545. Φλύχτρες = σπυράκια
546. Φόλος = Το αυγό που έβαζαν οι νοικοκυρές, εκεί όπου γεννούσαν οι κότες τα αυγά, σαν
        οδηγό.
547. Φορτσάτο = λεπτή τριχιά.
548. Φορτσέρι = μπαούλο
549. Φούγα = οργή.
550. Φούλης = Αδελφούλης
551. Φουντουλώνει (το φουντούλωσα) = φουντώνει
552. Φουρφουράω = θορυβώ.
553. Φουστεκιαζω = δένω το μπρος με το πίσω πόδι ζώου με τριχιά για να μην τρέχει
Πολυλίμνιο

554. Φούφουτος = ο ανύπαρκτος
555. Φρύξες = ψωμί προηγούμενης ημέρας που το ψήνουν στο φούρνο
556. Φτενός = λεπτός.
557. Φτούνος = αυτός.

Χ.
558. Χαήλωσα = χάζεψα, έμεινα με το στόμα ανοιχτό και αφηρημένο ύφος.
559. χανταβουλιάζομαι= χάνομαι,  είναι για τα λιόπανα= είναι πολύ μεθυσμένος!!! 


560. Χάμου = κάτω.
561. Χαμούρι = το σπάσιμο του ελαιόκαρπου και μετατροπή του σε πολτό.
562. Χαρανί = μεγάλο χάλκινο καζάνι, 
563. χαράρι = δυκτιωτό πλέγμα, για τη μεταφορά άχυρου/σανού.
564. Χανταβουλιάστηκα ή σωρώθηκα = Έπεσα κάτω (χανταβούλης: διάβολος, δαίμονας)
565. Χαντρολέμι = κολιέ, 
566. Χαλαστάρι = πέτρα
567. Χαβάνι = σιδερένιο γουδί.
568. Χαράκι = η αφαίρεση κομματιού από το φλοιό στον κορμό του κλήματος.
569. Χαρανιάστρες = Εκεί που έβραζαν τα λούπινα. Οι λιάστρες. (Μανιάτικη διάλεκτος)

570. Χαράργια = για μεταφορά του άχυρου.
Η Κυπαρισσία
571. Χαρμπί = Είναι ένα είδος μικρού ξίφους.
572. Χαρχαλεύω = ψάχνω
573. Χαμοκέλα = η παράγκα, το παλιό μισοχαλασμένο σπίτι. 
574. Χάφτω = καταπίνω λαίμαργα, ξεγιελιέμαι.
575. χεσαμόλι = φαγητό άθλιας ποιότητας (από το χέσαμε όλοι)




576. Χιούρος = Το αρσενικό γρούνι. Ο κάπρος. (Μανιάτικη)
577. Χόβολη = στάχτη.
578. Χουνέρι = πάθημα.
579. Χούνι = το φαράγγι
580. Χορήγι = ασβέστης.
Η Κυπαρισία από το Κάστρο
581. Χουγιάζω = βρίζω.
582. Χόχλος ή χούχλος = Όταν αρχίζει να βράζει πχ ένα φαγητό.
583. Χρίζω = αλείφω. 
584. Χρονιάρα = η ημέρα που είναι αργία, καθώς και οι μεγάλες γιορτές



Ψ.
585. Ψηλαριδα=γυναικα με ψηλα ποδια.
586. Ψικαστήρα=Δοχείο για ψεκασμό-ράντισμα
587. ψες = χθές.        
Η Νέδα, το ποτάμι της Μεσσηνίας 
                   
Ω.
588. Ωρέ = Ρε