[...]
Έσκυψε στη ρίζα ενός φράχτη, έκοψε τα πρώτα, άγρια ζαμπάκια
τα κοίταξε πολλήν ώρα, αχόρταγα, σα να 'βλεπε πρώτη φορά ζαμπάκια,
τα μύρισε σφαλνώντας τα μάτια, αναστέναξε και μου τα 'δωκε.
- Να ξέραμε, αφεντικό, είπε, τι λένε οι πέτρες, τα λουλούδια, η βροχή!
Μπορεί να φωνάζουν, να μας φωνάζουν, κι εμείς να μην ακούμε.
Να, όπως κι εμείς φωνάζουμε κι αυτά δεν ακούνε.
Πότε θ’ ανοίξουν τ’ αυτιά του κόσμου, αφεντικό;
Πότε θ’ ανοίξουν τα μάτια μας να δούμε;
Πότε θ’ ανοίξουν οι αγκαλιές μας, πέτρες, λουλούδια και βροχή
κι άνθρωποι ν' αγκαλιαστούμε;
Τι λες και του λόγου σου, αφεντικό;
Τι λένε τα κιτάπια;
Τον κακό τους τον καιρό! είπα χρησιμοποιώντας την αγαπημένη φράση
του Ζορμπά τον κακό τους τον καιρό.
Αυτό λένε· τίποτα άλλο. Ο Ζορμπάς μου 'πιασε το μπράτσο.
- Να σου πω μιαν ιδέα, αφεντικό, είπε, μα να μη θυμώσεις: να κάμεις
ένα σωρό όλα σου τα κιτάπια και να τους βάλεις φωτιά.
Τότε, ποιος ξέρει, κουτός δεν είσαι, καλός άνθρωπος είσαι… κάτι θα
μπορέσεις και συ να καταλάβεις!
«Σωστά, σωστά! φώναξα μέσα μου· σωστά, μα δεν μπορώ!» [...]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου