Σελίδες

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Νικόλαος Κουτούζης...ο Ζακυνθινός ιερέας και ζωγράφος


Αυτοπροσωπογραφία του Νικολάου Κουτούζη,
περίπου το 1800, (Ζάκυνθος. Συλλογή Δ. Ρώμα)


Ο Νικόλαος Κουτούζης, ήταν ζωγράφος, αγιογράφος, ποιητής και κληρικός. 
Ήταν πιθανότατα το 1770, στην Κέρκυρα, όταν ο Νικόλαος Κουτούζης 
φιλοτέχνησε δύο πορτρέτα του Βενετού Γενικού Προβλεπτή Θαλάσσης 
Ανδρέα Δονάτου.
Kαι παρότι η αμοιβή του δεν ήταν σπουδαία (εξήντα τσεκίνια), τα έργα αυτά 
σηματοδότησαν, ουσιαστικά, την αφετηρία της δυτικότροπης προσωπογραφίας 
στην Ελλάδα. Στους πίνακές του, τα πρόσωπα αποδίδονται ρεαλιστικά, 
με τον αυστηρά περιγεγραμμένο όγκο να δίνει τρισδιάστατη υπόσταση στη 
μορφή, ενώ η στάση, η περιβολή και το ύφος μαρτυρούσαν την κοινωνική θέση. 
Ήταν στην πραγματικότητα, τα ντοκουμέντα μιας εποχής που θα σημαδευόταν 
από τη δειλή εμφάνιση μιας αστικής τάξης απέναντι στην αριστοκρατία 
των Επτανήσων.


Ο Κουτούζης με πεδίο δράσης του την Ζάκυνθο, δεν θα ήταν μονάχα ο 
πρωτοπόρος καλλιτέχνης της εποχής του, αλλά και ο σκωπτικός ανατόμος 
της γενιάς του, μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία στο επίκεντρο των κοινωνικών 
μεταλλάξεων του τόπου του. 
Μαθητής του Νικόλαου Δοξαρά, ζωγράφισε το πρώτο του μεγάλο θρησκευτικό 
έργο, τη «Λιτανεία του Αγίου Διονυσίου», σε ηλικία 25 ετών, πιθανόν μετά το 
πρώτο του ταξίδι στη Βενετία. 
Εκεί, μαθήτευσε πλάι στον Giovanni Battista Tiepolo, ο οποίος και τον μύησε 
στη δυτική τεχνοτροπία. Ολοκλήρωσε έτσι, την απομάκρυνση από το βυζαντινό 
ιδίωμα, όπου το χρυσό, υπερβατικό και άχρονο βάθος δίνει τη θέση του στο 
chiaroscuro και την προοπτική. «Αγέρωχος και υπέρφρων, μεγαλοπρεπής 
το ύφος και την πλούσιαν περιβολήν, διήρχετο ο ηγεμών των ελευθερίων 
σατιριστών τας οδούς, περιφέρων δεξιά και αριστερά ερευνητικά βλέμματα, 
εξακοντίζων ετοίμως σκώμματα και βέλη».
Ορισμένοι από τους μελετητές του βίου του, γράφουν ότι από τη Βενετία 
επέστρεψε με το περιβόητο για το σκανδαλιστικό του περιεχόμενο 
«Δεκαήμερο» του Βοκάκιου, ίσως το πιο ταιριαστό ανάγνωσμα για μια 
προσωπικότητα τόσο θορυβώδη και ιδιόρρυθμη. 
Υπήρξε μάλιστα τόσο οξύς και εριστικός απέναντι στους συμπατριώτες του, αλλά 
και τόσο άστατος συναισθηματικά με τις συμπατριώτισσές του, που κάποια στιγμή 
υπέστη «φρεζάρισμα», του επιτέθηκαν δηλαδή με φιαλίδιο που έσπασαν στο 
πρόσωπό του και περιείχε κοφτερά γυαλιά και μπαρούτι.  
Τα γυαλιά έκαναν δεκάδες μικρές ουλές μέσα στις οποίες αιχμαλωτίστηκε 
το μαύρο μπαρούτι, αφήνοντας ένα φρικτό σημάδι στο πρόσωπό του. 
Σύμφωνα με κάποια από τις αφηγήσεις, εκείνη την εποχή εργαζόταν σε μια 
σειρά από ελαιογραφίες (ίσως τις εξοχότερες του έργου του) με σκηνές 
από τη ζωή της Παναγίας και της Αγίας Άννας, για το ναό του Άγιου Ιωάννη 
του Φλαμπουριάρη.
Για να καλύψει το σημάδι και να περισώσει την έτσι κι αλλιώς ωραιοπαθή 
εικόνα του, άφησε γένια, και όχι πολύ αργότερα, χειροτονήθηκε παπάς στην 
ίδια την εκκλησία που αγιογραφούσε. 
Από άμβωνος, πραγματοποιούσε ζωηρές, θεατρικές λειτουργίες και περιέβαλε 
με αγάπη τους πιστούς, τους οποίους αντιμετώπιζε ως ποίμνιο μόνο όταν σχολίαζε 
καυστικά τις κουτοπόνηρες συμπεριφορές τους. 
Έγραψε μάλιστα δεκάδες σατιρικά ποιήματα, τα οποία υπήρξαν δημοφιλέστατα 
όσο και εξόχως ενοχλητικά για τα ήθη των Ζακυνθινών, ένα αληθινό, σαρκαστικό 
και πνευματώδες ρεπορτάζ για τον τρόπο που οι κοινωνικές αλλαγές διαμόρφωναν 
το χαρακτήρα των ανθρώπων. Αυτό όμως, που σκανδάλιζε περισσότερο ήταν 
η πληθωρική και εκκοσμικευμενή παρουσία του στην αγορά της πόλης, 
όταν «αγέρωχος και υπέρφρων, μεγαλοπρεπής το ύφος και την πλούσιαν 
περιβολήν, διήρχετο ο ηγεμών των ελευθερίων σατιριστών τας οδούς, 
περιφέρων δεξιά και αριστερά ερευνητικά βλέμματα, εξακοντίζων ετοίμως 
σκώμματα και βέλη», όπως μετέφερε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος από διηγήσεις 
της εποχής. 
Ενώ ο Πολυλάς σημείωνε ότι φορούσε «πράγματα ανάρμοστα εις τον ιερόν 
χαρακτήρα, σκαλτσούνια κόκκινα μεταξωτά, παπούτσι με γάζους και στραβό 
βαστούσε το χαμηλό και πλατύγυρο καπέλο». 
Το 1810, καταγγελίες που έπαιρναν ως αφορμή τέτοιου είδους παρεκκλίσεις 
από το τυπικό της Εκκλησίας, αλλά με πραγματικό σκοπό την οικονομική του 
εξόντωση, οδήγησαν τελικά τον Μητροπολίτη στην απόφαση να τον παύσει 
από τα θρησκευτικά του καθήκοντα. 
Την απόφαση αυτή ανακάλεσε ο ίδιος Μητροπολίτης δύο χρόνια αργότερα, 
αλλά ο Κουτούζης δεν θα ξαναλειτουργούσε ποτέ ξανά και πέθανε ένα χρόνο μετά.
Για πολλούς είναι η κορυφαία, προσολωμική φυσιογνωμία της Επτανησιακής Σχολής. 
Στα ζωγραφικά του έργα, το προσωπικό στοιχείο δεν λείπει σχεδόν ποτέ: 
ακόμα και στις θρησκευτικές συνθέσεις του συμπεριλάμβανε το γάτο του 
που υπεραγαπούσε. 
Στις παρεμβάσεις του, κυρίως μέσα απ’ την αθυρόστομη σάτιρά του, 
επιτίθεται στην υποκρισία και το σκοταδισμό, το νεοπλουτισμό και τη ραγιάδικη 
μοιρολατρία. Αλλά πολύ περισσότερο, είναι μια φιγούρα κυνικού φιλοσόφου, 
η οποία είναι μια γνώριμη εικόνα για την ιστορία του ελληνισμού. 
Και μάλλον γι’ αυτό, η ανάμνησή του στη Ζάκυνθο είναι ακόμα ζωντανή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου