Σελίδες

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

...μπορεί και να μη το γνωρίζεις...

Φωτογραφία του Constantine Papaconstantinou.
...Πάτρα Αχαϊας...


Έφαγε τον Αγλέουρα
Έτσι χαρακτηρίζουμε τη δυσφορία από το πολύ φαγητό, γιατί 
ο αγλέουρας είναι ένα φυτό με θεραπευτικές ιδιότητες, 
το οποίο ωστόσο δημιουργεί δυσφορία σε αυτούς που το χρησιμοποιούν.

Έφαγα χυλόπιτα
Γύρω στα 1815 υπήρχε κάποιος κομπογιαννίτης, ο Παρθένης Νένιμος,
ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε βρει το φάρμακο για τους βαρύτατα 

ερωτευμένους. Επρόκειτο για ένα παρασκεύασμα από σιταρένιο χυλό 
ψημένο στο φούρνο.
Όσοι λοιπόν αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση, θα έλυναν το πρόβλημά τους
τρώγοντας αυτή τη θαυματουργή πίτα – και μάλιστα επί τρεις ημέρες, 

κάθε πρωί,τελείως νηστικοί.


Μου έφυγε το καφάσι
Στα Τούρκικα «καφάς» θα πει κεφάλι, κρανίο. 

Όταν, λοιπόν, η καρπαζιά, που έριξαν σε κάποιον είναι δυνατή λέμε : 

«του έφυγε το καφάσι», δηλαδή, του έφυγε το κεφάλι από τη δύναμη 

του κτυπήματος.

Σπουδαία τα λάχανα
Η φράση ξεκίνησε από το εξής περιστατικό. 
Σε κάποιο χωριό, πριν από το 1821, πέρασε ο απεσταλμένος του Μπέη, 
για να εισπράξει τη δεκάτη. Η δεκάτη ήταν και αυτή μια από τις τρομερές 
φορολογίες των χρόνων εκείνων. Όλοι όμως οι χωρικοί του απάντησαν πως 
δεν είχαν να πληρώσουν το φόρο, γιατί τα λάχανα τους έμειναν απούλητα. 
Τότε ο φορατζής τους είπε πως θα έστελνε ζώα και ανθρώπους, για να 
φορτώσει τα λάχανα και έτσι να πατσίζανε με το χρέος τους. Έτσι και έγινε. 
Από τότε, όμως οι χωρικοί έλεγαν «Σπουδαία τα λάχανα», για να πατσίσουν
τα χρωστούμενα.

Τα μυαλά σου και μια λίρα

Την εποχή της Τουρκοκρατίας, υπήρχε στην Αθήνα ένας τεράστιος Αλβανός, 
πού ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή. 
Αυτός γύριζε στα σπίτια των Ελλήνων και εισέπραττε τον κεφαλικό 
φόρο (χαράτσι). Κρατούσε μάλιστα στα χέρια του ένα ρόπαλο και απειλούσε 
ότι θα σπάσει το κεφάλι σε όποιον δεν του έδινε μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, 
όπως απαιτούσε ο φόρος, κάθε έξι μήνες. Ήταν όμως τόσο χαζός πού δεν 
ξεχώριζε τα διάφορα νομίσματα, έτσι ορισμένοι Έλληνες όταν δεν είχαν να 
πληρώσουν γυάλιζαν μπρούτζινες δεκάρες και του τις έδιναν για χρυσές. 
Από τότε έμεινε αυτή η φράση πού την λέμε για τούς ελαφρόμυαλους.


Κάθε κατεργάρης στον μπάγκο του
Παλαιότερα σ’ όλα τα πέλαγα αλώνιζαν κουρσάρικα καράβια. 
Οι μηχανές ήταν ακόμα άγνωστες και τα πλοία αρμένιζαν με τα πανιά 
ή με τα κουπιά. Συνήθως οι περισσότεροι κωπηλάτες, ήταν κατάδικοι 
(άνθρωποι των κάτεργων - δηλ. πλοίο που δούλευαν οι κατάδικοι), 
με σκοτεινό παρελθόν, (απ’ εδώ και η λέξη κατεργάρης δηλ. άνθρωπος 
χωρίς εμπιστοσύνη κλπ.). Όταν, λοιπόν, ο αέρας έπεφτε και το καράβι 
έπρεπε να συνεχίσει τον πλου του, έπρεπε ο κάθε : 
«Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του». 
Ήταν η διαταγή να καθίσουν και πάλι στα κουπιά, στους μακρινούς 
ξύλινους μπάγκους ή πάγκους (από το Ιταλικό ρanco)! 
Υπήρχαν, επίσης, πλοία την εποχή εκείνη, που ονομαζόντουσαν «κάτεργα» 
(πλεούμενες φυλακές). Έτσι, το πλήρωμα αυτών των πλοίων 
λεγόταν «κατεργάρηδες».


Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα
Ίσως η χαρακτηριστικότερη πρόταση για την περιγραφή της ασυναρτησίας. 
Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, η πραγματική μορφή της φράσης είναι: 
«Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή καν' έλα», που σημαίνει: έρχομαι 
από την Κωνσταντινούπολη και σε προσκαλώ να έρθεις στην κορυφή. 
Αποτελούσε μήνυμα των Σταυροφόρων, όταν επέστρεφαν από την 
κατακτημένη πλέον Κωνσταντινούπολη και καθόριζαν ως σημείο 
συνάντησης τους την κορυφή του λόφου.

Να μένει το βύσσινο

Η λαϊκή αυτή έκφραση που γεννήθηκε κάπου μεταξύ 1900 και 1905 
και σήμερα δηλώνει άρνηση (εναλλακτικά «να (μού) λείπει το βύσσινο» 
ή «να μου λείπει»), προέρχεται από ένα περιστατικό που συνέβη 
σ’ ένα καφενείο μεταξύ ενός βουλευτή κι ενός ψηφοφόρου του.
Ο ψηφοφόρος παρήγγειλε στον σερβιτόρο του καφενείου που 
συναντήθηκαν ένα γλυκό βύσσινο, για να κεράσει τον βουλευτή κι έτσι 
να πετύχει το -τί άλλο;- το ρουσφετάκι του. 
Ο βουλευτής, όμως, σκληρό καρύδι, δε φαινότανε διατεθειμένος να 
τον βοηθήσει. Αγανακτισμένος τότε ο ψηφοφόρος, που έβλεπε πως 
δε θα γινότανε τίποτα, φώναξε δυνατά στον σερβιτόρο: «Να μένει το βύσσινο!».


«Σπάω πλάκα»
Όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους , άρχισαν να 
καταφθάνουν ένα σωρό αρχαιοκάπηλοι, που δημιουργούν ολόκληρα δίκτυα 
από πράκτορες. Οι πράκτορες αυτοί ήταν συνήθως Μαλτέζοι, που είχαν 
εγκατασταθεί γύρω από την Πύλη του Αδριάνου. 
Για να καλύπτουν ωστόσο την πραγματική τους δουλειά, έφερναν με ειδικά 
σκάφη στον Πειραιά τις γνωστές μαλτεζόπλακες, που χρησίμευαν για τα 
κράσπεδα των δρόμων και τις μονώσεις των «ταρατσών». 
Κάποτε ένας, ο Ντομένικο Τσερούνια, πιάστηκε στα πράσα να μεταφέρει 
στο καράβι του μερικές αρχαιότητες σπάνια τέχνης, για να τις πάρει 
μαζί του και να τις πουλήσει. Αμέσως τότε μερικοί θερμόαιμοι φοιτητές, 
που τον πήραν είδηση, ανέβηκαν στο πλοίο του τα κάναν γυαλιά-καρφιά. 
Κατάστρεψαν ακόμα κι αυτές τις μαλτεζόπλακες, που βρίσκονταν εκεί 
και που ο Τσερόνια δεν είχε προλάβει να τις ξεφορτώσει. 
Από εκεί προέρχεται η έκφραση σπάω πλάκα.

...και...συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου