
Μεταξύ της εισόδου του κτηρίου του λόχου και του χωλ μεταξύ των θαλάμων. Τα μέτρησα 3 φορές, τόσα είναι. Τρίτο νούμερο θαλαμοφύλακας, το γνωστό ως γερμανικό και οι επιλογές σου για να περάσει η ώρα δεν είναι και πολλές. Πρέπει να βρείς κάτι να κάνεις για να μείνεις ξύπνιος και να κυλήσουν τα λεπτά μέχρι να πάει η ώρα δύο και μισή, τρείς ακριβώς, τρείς και μισή, να ξυπνήσεις τον επόμενο, να ξεντυθείς και να παλαίψεις να χαρείς όσο έχει απομείνει μέχρι το εγερτήριο. Να παλαίψεις με τα βλέφαρα σου που όλο και θέλουν μόνα τους να κλείσουν, σου φωνάζουν, όλο και βαραίνουν, με την υπόσχεση να σε μεταφέρουν σε άλλο κόσμο, ονειρικό. Εκεί που υπάρχουν και άλλα χρώματα εκτός από το χακί. Ένα τσιγάρο στην ζούλα, μην πέσουμε πάνω και σε έφοδο και φάμε το πρωινό μας στεκόμενοι προσοχή σε κάποιον με γαλόνια που θα φωνάζει στα μούτρα σου και η πρόταση του θα τελειώνει πάντα με την λέξη «φυλακή» η «κράτηση». Τσιγάρο, και επιστροφή.
Το μισό τσιγάρο στην τσέπη, για μετά. Τουλάχιστον να γινόταν να καπνιστεί όλο, από το πρώτο σπιθίρισμα της κάφτρας μέχρι την τελευταία γρήγορη τζούρα. Να μπορούσε η ώρα να κυλήσει πιο γρήγορα. Να φύγουν οι αρβύλες. Αλλά όχι, εδώ, περπάτημα ένα ένα τα 599 πλακάκια, ματιές στα κάδρα των ηρώων του 1821, ο λόγος του Κωλοκοτρώνη στην Πνύκα, διάβασμα τα μέρη του όπλου και οι οδηγίες συντήρησης του, ο σωστός τρόπος να φτιάχνεις το κρεβάτι σου, και πάλι από την αρχή. Τα μόνα που μπορείς να κάνεις. Η υπηρεσία απαγορεύει το τσιγάρο, ένα βιβλίο, το κινητό η την μουσική. Απαγορεύεται οτιδήποτε μπορεί να σπρώξει τον ωροδείκτη δυο νούμερα παρακάτω, προς την ώρα που θα βρεθείς πάλι στο κρεβάτι, όταν οι αρβύλες θα είναι για λίγο μια κακή ανάμνηση.
Οι σκέψεις επιτρέπονται, κυρίως επειδή δεν έχουν βρεί ακόμα κάποιον τρόπο να τις απαγορεύσουν. Δεν είναι όμως θεμιτές. Όσο σκέφτεσαι, τόσο συνειδητοποιείς ότι η πραγματικότητα στην οποία είσαι αναγκασμένος να ζείς, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πυκνή ομίχλη ηλιθιότητας με ισχυρές δόσεις γελοίου. Έτσι όμως, δεν την βγάζεις καθαρή. Είναι αδύνατον, αντιπαραβάλλονται οι δύο κόσμοι, η σκέψη αρχίζει και κοροίδεύει την πειθαρχία στα μούτρα της. Άσχημα τα πράγματα, καλό είναι να σταματήσεις τώρα που μπορείς. Στους δύο θαλάμους βρίσκονται τόσα άτομα, ξαναμέτρα τους. Πίσω σου στέκονται τόσα όπλα, ξαναμέτρα τα. Περπάτα πάλι τα πλακάκια, ξαναδιάβασε τα καθήκοντα του θαλαμοφύλακα, τσέκαρε για δέκατη φορά την ώρα της αυριανής σου υπηρεσίας, ρίξε μια ματιά στο γράφημα με τα αριθμητικά δεδομένα του όπλου, (120 σφαίρες το λεπτό ε, πω πω, πολύ δεν είναι;) ξαναπερπάτα τα πλακάκια. Να περάσει η ώρα, να περάσει και η μέρα, αύριο βλέπουμε πάλι.
Μισό τσαλακωμένο τσιγάρο, το κεφάλι ίσα να βγαίνει από την κεντρική είσοδο και γρήγορες τζούρες. Απαγορεύεται είπαμε. Δεν υπάρχει κάποιο νόημα για αυτή την απαγόρευση: Εάν θέλεις να καπνίσεις, θα βγείς στην είσοδο, την μόνη είσοδο του κτηρίου. Μάλλον το πρόβλημα είναι ότι το τσιγάρο είναι απόλαυση, φέρνει ευφορία και χαρά και κάτι τέτοια συναισθήματα εκνευρίζουν τους γαλονάδες. Αυτή η απόλαυση τέλος, η κάφτρα έφτασε στην γόπα. Αυτή η νύχτα τέλος, σιγά σιγά ξυπνάει η επόμενη βάρδια. Αυτή η μέρα τέλος, αύριο έρχεται μια ακριβώς ίδια. Για τους επόμενους 8 μήνες.
πηγή : withoutreasonorrhyme.wordpress.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου