
Ο κήπος είχε πολλές αμυγδαλιές.
Όλες περίμεναν να' ρθει ο κατάλληλος χρόνος ν' ανθίσουν.
Μόνο εκείνη η παλαβή, η αλοπαρμένη, στο σύνορο του κήπου, δεν ήξερε πότε να περιμένει.
Ανθιζε πάντα στο καταχείμωνο.
Ύστερα έρχονταν οι καταιγίδες και τα χιόνια, τη λήστευαν καλά καλά,
τη ρήμαζαν και ποτέ δεν έδινε καρπούς.
"Τα' κανες θάλασσα", της φώναζαν οι άλλες. "Δεν υπολογίζεις μια φορά σωστά. Δεν παίζεις σύμφωνα με τους κανόνες. Ζήτα συγνώμη από το Θεό και ορκίσου πως θα σκέφτεσαι σωστά".
"Γιατί βιάζεσαι, αλήθεια, τόσο ν' ανθίσεις;".
"Γιατί δεν αντέχω ν' ακούω άπραγη το κελάηδημα της καρδερίνας.
Θέλω να της χαρίσω κάτι κι εγώ".
"Μα όποιος βιάζεται να χαρίζει, δεν έχει ποτέ του απολάβές.
Κάθε τι πρέπει να γίνεται στην ώρα του. δε σου το' μαθε κανείς αυτό;"
"Δε μου' μαθε κανείς πώς να φυλακίζω την ψυχή μου. Να σου πω κάτι;
Κατά βάθος μου αρέσει να κάθομαι εκεί στο σβέρκο του Θεού και να του πλέκω
κοτσιδάκια τα μαλλιά Του".
"Δε φοβάσαι μη σου θυμώσει;"
"Ας θυμώσει. Θα του περάσει. Οι άλλοι προσκυνούν τη θέλησή Του. εγώ προσκυνώ τη μούρλια Του. Και μ' αρέσει".
"Εσύ δεν έχεις ποτέ καρπούς. Οι άλλες έχουν".
"Οι άλλες δεν ξέρουν τι είναι να δίνεις χωρίς να παίρνεις τίποτα".
*Αλκυόνη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου