Σελίδες

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Seeking a bit of life // Αναζητώντας το μπιτ της ζωής


Όταν πήγαινα γυμνάσιο, σε ένα σχολείο γύρω στα 
3 χλμ από το σπίτι μου, 
τα πρωινά έφτανα στην τάξη πάντα τρέχοντας.

Τις περισσότερες φορές η αιτία ήταν......
το ζεστό μου παπλωματάκι και η κωλυσιεργία στην πρωινή προετοιμασία.
Οπότε, νοιώθοντας την επιτακτικότητα της κατάστασης, πάντα έβρισκα δικαιολογίες 
για να τρέχω σαν μουρλός προς το σχολείο αποφεύγοντας ανθρώπους, 
δέντρα και αυτοκίνητα, σαν ένας άλλος μικρός παρκουρίστας.

Όταν έφτανα μετά από μερικά λεπτά στο σχολείο, λαχανιασμένος 
και αποκαμωμένος από την τελευταία ανηφορικό δρόμο, 
σήκωνα τη μπλούζα και σκούπιζα τον ιδρώτα στη μούρη μου 
που έσταζε, έστρωνα το μαλλί και έμπαινα ατάραχος μέσα στην αίθουσα, 
πολλές φορές και μόλις λίγα δευτερόλεπτα πριν τον καθηγητή.
Την προσευχή στην αρχή, σπάνια την προλάβαινα.

Σε αυτό το έντονο ξεκίνημα της ημέρας, ήρθε και προστέθηκε 
μια τραγελαφική ιστορία που πρόσθεσε αρκετά χιλιόμετρα στις 
καθημερινές μου τρεχάλες.
Όλα ξεκίνησαν όταν η μητέρα μου κάπου τα Χριστούγεννα, 
βρήκε σε ένα πολυκατάστημα μια ωραία τρέντυ τσάντα σε τιμή ευκαιρίας 
και αποφάσισε να αγοράσει δύο.
Τη μία την έδωσε στον αδερφό μου που ξετρελάθηκε, την άλλη σε μένα, 
που μετά από δυο-τρεις μέρες μουρμούρα, την αποδέχτηκα.

Την πρώτη φορά που επιβεβαίωσα την κακή-κάκιστη επιλογή της, 
ήταν μια μέρα που είχα αργήσει γιατί με πήρε ο ύπνος και μέσα 
στη φούρια μου άρπαξα ό,τι τσάντα βρήκα στο σαλόνι κι έφυγα 
σαν σίφουνας για το σχολείο.
Δυστυχώς όμως, μέσα στην αίθουσα και αφού είχε μπει η καθηγήτρια, 
ανακάλυψα με τρόμο ότι η τσάντα μου περιείχε βιβλία του Δημοτικού.
Είχα πάρει καταλάθος την ολόιδια τσάντα του αδερφού μου.

Δεν υπήρχε άλλη λύση, από το να καταπιώ τα απίστευτα νεύρα 
και την ανεξήγητη ζοχάδα που είχα εκείνη την φορτισμένη στιγμή 
μάνα και αδερφό και να υποστώ σαν άντρας την ταπείνωση τού να εξηγώ 
στην καθηγήτρια μπροστά σε όλη την αίθουσα, 
γιατί ήμουν τόσο ηλίθιος και πήρα λάθος τσάντα.
Όλη η τάξη θα μάθαινε άμεσα ότι έφερα στο σχολείο άλλα ντ' άλλων 
βιβλία και στο γύρνα, αφού πάω και έρθω μέχρι το σπίτι τρέχοντας, 
θα έπρεπε να εξηγώ στον κάθε μάπα, ότι δεν φταίω εγώ, αλλά η μητέρα μου, 
που πήρε δύο ίδιες τσάντες.

Το άγχος και τα νεύρα εκείνη την μέρα άλλα και όλες τις υπόλοιπες, 
που πήγα βόλτα την τσάντα του αδερφού μου, δεν περιγράφεται.

Όλη αυτή την ιστορία, την αναφέρω για να καταλήξω σε ένα Σάββατο 
που έφτασα σαν τρελός στη μεταλλική εξώπορτα του σχολείου 
και σαν ζόμπι από το άγουρο ξύπνημα, κοιτούσα με απορία το άδειο προαύλιο.
Ένας γείτονας που με εντόπισε από το μπαλκόνι, μου εξήγησε 
την κατάσταση (το λόγο που το σχολείο δεν είχε κόσμο μέσα) 
και με ρώτησε γιατί δεν ξυπνάω 2 λεπτά νωρίτερα, 
για να μη χρειάζεται να πηγαίνω τρέχοντας.
Εκεί, μη ξέροντας ακριβώς το γιατί, απάντησα ότι το κάνω γιατί 
μου αρέσει να ακούω το λαχάνιασμά μου.

Από τότε, μετά από πολλά λαχανιάσματα και χτυποκάρδια, 
πέτυχα μια ατάκα σε μια ταινία του Μαικ Λι, που κούμπωνε 
με την αντίληψη που είχα κάποτε για το τρέξιμο.
«Ξέρεις τι με φοβίζει περισσότερο στο ανθρώπινο σώμα; 
Ότι είναι τόσο γαμημένα αθόρυβο, ενώ είναι ο πιο πολύπλοκος 
μηχανισμός σε ολόκληρο το σύμπαν».

Δεν είναι πολύ εύλογη παρατήρηση;
Ζώντας ειδικά σε πόλεις γεμάτες φασαριόζικα μηχανήματα, νεκρά υλικά 
και πανομοιότυπα πλάσματα, αρχίζεις και χάνεις την αίσθηση του ζωντανού.
Οτιδήποτε συνυπάρχει μαζί σου, από τα ντουβάρια του σπιτιού σου, μέχρι το Μετρό, αποκτά τόσο ξεκάθαρο ρόλο στη καθημερινότητά σου, που χάνει τη θέση του στην ιεραρχία της ζωής.
Υποβαθμίζεται ή αναβαθμίζεται κάθε φορά ανάλογα, για να χωρέσει 
στο καλούπι της ρουτίνας σου.

Γιατί ο άνθρωπος να είναι πιο ζωντανός από ένα αυτοκίνητο για παράδειγμα;
Αυτό τουλάχιστον όταν λειτουργεί το καταλαβαίνεις από το θόρυβο 
της μηχανής του.
Το ίδιο βέβαια και ο άνθρωπος, αλλά δυστυχώς μέσα στην πόλη 
δεν χρειάζεται να λαχανιάσει, γιατί δεν χρειάζεται να τρέξει.

Αν όμως πας λίγο στην εξοχή, θα παρατηρήσεις πως η ησυχία 
και η απόλυτη ηρεμία, αναδεικνύει με τον πλέον σαφή τρόπο το ζωντανό, 
ακόμα και όταν είναι κάτι ανεπαίσθητο.
Ο θόρυβος των βημάτων σου, τα φίδια και οι σαύρες που σαλεύουν 
στους θάμνους, τα κελαϊδίσματα των πουλιών, ο ήχος του αέρα στα δέντρα, 
ο παφλασμός της θάλασσας τον χειμώνα κοκ.
Τα πάντα αποκτούν έναν τελετουργικό ρόλο για να αναδείξουν το ρυθμό της ζωής.
Αυτό το μινιμαλιστικό ηδονικό μπιτ που συντονίζεται με την καρδιά σου.

Για να το αφουγκραστείς και να το εκτιμήσεις όμως, θα πρέπει να βγεις 
για λίγο από την ισοπεδωτική μυρμηγκούπολη και να αποτινάξεις 
από πάνω σου τη «γραβάτα» που σου σφίγγει το λαιμό, 
τα «μυτερά παπούτσια» που σου συνθλίβουν τα δάχτυλα 
και το «στενό παντελόνι» που σου πιέζει το γεννητικό σύστημα.
Διαφορετικά, θα συναντήσεις μόνο μια βαρετή προέκταση της πόλης σου, 
μια πλατεία με λίγο πράσινο παραπάνω.

Για να κλείσω, δεν υποστηρίζω ότι τα προηγούμενα είναι κάτι παραπάνω 
από το παραλήρημα ενός ρομαντικού φυσιολάτρη, αλλά όπως και να 'χει, 
σας προκαλώ να βγείτε μια μέρα μόνοι σας για τρέξιμο στο βουνό 
και εάν δε νοιώσετε βιωματικά ό,τι γράφω, 
εγώ θα αποδεχτώ την τρέλα μου!

*δημοσιεύθηκε στίς 20/10/2013 - Νίκος Αναπούρνης
*το διάβασα εδώ : eyedoll.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου